Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαζική κουλτούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαζική κουλτούρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Τρόμος και παράνοια στις 20:00 - συμβολή στην απομυθοποίηση των ειδήσεων


Θοδωρής Τζίμας

Τόσες και τόσες σελίδες έχουν γραφτεί για την τηλεόραση και την μεγαλύτερη ναυαρχίδα της, τα δελτία ειδήσεων. Ωστόσο, πάντα υπάρχει κάτι να προσθέσει κανείς στο μωσαϊκό. Ακούγοντας όλον αυτόν τον θόρυβο δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί. Αν ήταν σχολική έκθεση, το παρακάτω άρθρο θα μπορούσε να απαντά στο θέμα «Τι μου αρέσει περισσότερο στα δελτία ειδήσεων». Επειδή όμως δεν γίνεται να σου αρέσει μόνο ένα πράγμα, παρακάτω ακολουθούν 8 σημεία που σύσσωμο το αφηνιασμένο τηλεοπτικό κοινό λατρεύει να μισεί.

Σημείο πρώτο: Οι ειδήσεις όπως και να παρουσιάζονται σχετίζονται με το "νέο". Από τον αρχαίο αγγελιαφόρο και τον μεσαιωνικό κήρυκα φτάσαμε στα δελτία ειδήσεων και τον Πρετεντέρη. Κατά συνέπεια, ο πρωθυπουργός θα κάνει νέο διάγγελμα κι ο γιατρός νέο ιατρικό ανακοινωθέν. Όλοι έχουν τον ρόλο τους στην καινοτομία.
Πόσο "νέο" είναι όμως αυτό; Κι αν όντως έχουμε ανάγκη από "νέα", τότε γιατί ταυτιζόμαστε με το παραδοσιακό κι αναμενόμενο; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: πείθουμε τον εαυτό μας ότι κάτι είναι καινούργιο για να μην παραδεχθούμε ότι λατρεύουμε την τυποποίηση.
Όση καινοτομία περιέχεται στις δηλώσεις ποδοσφαιριστών και αθλητικών παραγόντων, άλλη τόση περιέχεται και στις ειδήσεις (ή τουλάχιστον σε αυτό που μα θράσος ονομάζεται έτσι). "Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τον αντίπαλο", "ο κόσμος ήταν ο δωδέκατος παίκτης", "η ομάδα μου έδωσε το 100% των δυνάμεών της", "δεν συνηθίζω να σχολιάζω την διαιτησία, αλλά...", "κοιτάμε τον επόμενο αγώνα". και άλλα τέτοια πλαστικά, βαρετά και στερεότυπα. Οι ειδήσεις όμως δεν διαφέρουν και πολύ: "σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες", "η αστυνομία έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό", "οι γνωστοί-άγνωστοι", "βουβός πόνος", "δεν θυμίζει σε τίποτα", "οι κάτοικοι δεν το βάζουν κάτω". Α ναι, και "ευχαριστούμε που ήσασταν μαζί μας".
Κι όμως κάθε μέρα αυτήν την ιστορία την τρώμε αμάσητη. Από την άλλη, κατηγορούμε άνετα τον πολιτικό λόγο. Βέβαια, αφού είναι ξύλινος και τυποποιημένος… Τον ξύλινο λόγο, τον σχεδόν αποφθεγματικό, που διαποτίζει την επικοινωνία τον αγνοούμε. Αλλά όσο κι αν ενοχλεί η τυποποίηση και ο στερεότυπος λόγος, ποιος μπορεί να αρνηθεί την θαλπωρή που νιώθουμε μέσα του μακριά από δύσκολες λέξεις και ακόμα δυσκολότερες σημασίες; Αυτά τα απλά, ασήμαντα και καθημερινά έχουν εντυπωθεί μέσα μας. Τα αναγνωρίζουμε στο θυμικό μας με την παραμικρή αναφορά χωρίς καμιά διαδικασία σκέψης. Αυτός άλλωστε δεν είναι κι ο σκοπός των ειδήσεων και της τηλεόρασης;
Το καλοκαίρι δεν υπάρχουν ειδήσεις, έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο. Όχι ότι δεν υπάρχουν γεγονότα. Αλλά εφόσον δεν υπάρχει δέκτης, δεν υπολογίζονται για ειδήσεις. Εξάλλου, οι ειδήσεις είναι επανάληψη. Δεν αναπαράγεται τίποτα που να μην μπορούμε να ακούσουμε. Περισσότερο είναι κάτι από τα παλιά, κάτι που ακούσαμε και θα το ξανακούσουμε. Κάτι που περιμένουμε να ακούσουμε, κάτι αναμενόμενο. Δεν είναι δα και τόσο κακοί οι καναλάρχες, που θα μας πρόσφεραν κάτι που δεν αντέχουμε να ακούσουμε. Επομένως, ακούμε αυτά που θέλουμε να ακούσουμε. Αυτά που έχουμε ανάγκη.

Σημείο δεύτερο: τι θέλουμε τελικά να ακούσουμε; Το μόνο σίγουρο είναι ότι ΔΕΝ θέλουμε να ακούσουμε «καλά» νέα, ούτε βαρετές ιστορίες. Και βέβαια δεν μας ενδιαφέρει η καθημερινή ρουτίνα – τέτοια έχουμε, δεν θέλουμε άλλη. Τι θέλουμε λοιπόν; Ας ρίξουμε μια ματιά στην στερεότυπη φρασεολογία των ειδήσεων μπας και βγάλουμε μια άκρη. "Λουτρό αίματος", "δρακόντεια μέτρα ασφαλείας", "εκατόμβη θυμάτων", "στυγερή δολοφονία", "προσωπικό δράμα", "κρατικός μηχανισμός", "ενέδρα θανάτου", "πλήρωσε με την ζωή του", "ράγισε καρδιές", "αναπάντητα ερωτήματα", "οργιάζουν οι φήμες", "χτύπημα του Εγκέλαδου". Μέχρι και στα αθλητικά, "εσχάτη των ποινών"… Τώρα κάτι γίνεται!
Βαρύγδουπες εκφραστικές διατυπώσεις που ενώ εν πρώτοις μοιάζουν τρομοκρατικές, στην ουσία δεν είναι. Το αντίθετο. Ο θεατής είναι τόσο εξοικειωμένος με αυτές τις πεπερασμένες εκφράσεις, που η απουσία τους δεν φορτίζει συναισθηματικά το γεγονός. Αλλά όχι, ας φερθούμε προβοκατόρικα κι ας αλλάξουμε λίγο αυτές τις διατυπώσεις.

λουτρό αίματος → ατομικό έγκλημα / εκατόμβη θυμάτων → μαζική εξόντωση
οργιάζουν οι φήμες → φημολογείται / πλήρωσε με την ζωή του → σκοτώθηκε
στυγερή δολοφονία → σκληρό έγκλημα / ραγίζω καρδιές → στεναχωρώ
εσχάτη των ποινών → πέναλτι

Μα δεν έχει πλάκα έτσι! Είναι ανάλατο, σχεδόν βαρετό… Κι επίσης, απαιτεί από τον θεατή να φορτίσει αυτός συναισθηματικά την είδηση. Η είδηση παραμένει είδηση, αλλά η τυποποιημένη εκφραστική διατύπωση την κάνει λίγο πιο αιχμηρή, λίγο πιο «ενδιαφέρουσα». Και χωρίς να απαιτεί από εμάς να τονίσουμε τις γωνίες… Όχι, θα πάρουμε την πρώτη εκδοχή, αυτήν στην οποία είμαστε συνηθισμένοι.

Σημείο τρίτο: τα ονόματα των πρωταγωνιστών δεν οξύνουν συναισθηματικά την είδηση κι επίσης ακριβώς για τον ίδιο λόγο δεν ενδιαφέρουν ΚΑΝΕΝΑΝ! Αυτό το ξέρουν τα κανάλια, οπότε μας απάλλαξαν εξαρχής από άσχετες πληροφορίες. Αρκεί ένα "θύμα βιασμού" ή "αδερφός θύματος" για να μας καθηλώσει μπροστά στην οθόνη. Γιατί να γνωρίζουμε το όνομα, όταν από κάτω μπορεί απλά να γράφει "δικηγόρος 16χρονης", "πατέρας αγνοούμενου", "υιοθετημένη"; Δεν έχει καμία σημασία ποιος είσαι ή πως λέγεσαι. Σημασία έχει μόνο ο βαθμός εμπλοκής σου στον συμβάν. Κι αν δεν είσαι μπλεγμένος στο συμβάν θα σε μπλέξουν τα κανάλια έτσι κι αλλιώς. Γι’ αυτό, ενώ γράφει από κάτω "αυτόπτης μάρτυρας", μπορείς να ξεκινήσεις την συγκλονιστική μαρτυρία σου με την φράση "από ο,τι άκουσα κι από ο,τι μου είπαν…".
Κι αν όλη η κοινωνία ψάχνει για ήρωες, δεν θα τους βρει στις ειδήσεις. Εδώ μετράει μόνο το γεγονός. Οι μαρτυρίες προσώπων εμπλεκόμενων στο γεγονός χρησιμεύουν ως αναγκαστική διαδικασία μόνον εφόσον προσφέρουν στην συναισθηματική ένταση. Μετράει μόνον η ιδιότητα (κι αυτή τόσης διάρκειας όσο το ρεπορτάζ). Επομένως, η ανωνυμία επιβάλλεται. Εξάλλου, η ανωνυμία του πλήθους δεν ήταν ποτέ άλλοτε πιο διακριτή από ότι στην τηλεόραση.

Σημείο τέταρτο: αυτοί που παρελαύνουν κάθε μέρα στις ειδήσεις πως διάολο κατάφεραν να είναι λίγο πιο επώνυμοι; Το κατάφεραν με το να είναι εμείς. Προφανώς, γνωρίζουν ότι ωρύονται, ότι βρίζουν και ότι εκχυδαΐζουν καθετί. Γνωρίζουν ότι λένε ψέματα. Γνωρίζουν πολύ καλά το ρόλο τους στο παιχνίδι. Και παίζουν και καλό θέατρο. Πολυτάλαντοι και παντογνώστες γαρ… Μας εκπροσωπούν με αξιώσεις. Γιατί λένε όσα θα έλεγε ο μέσος τηλεθεατής ή όσα σκέφτεται, ακόμα κι όσα ντρέπεται να ξεστομίσει. Ακριβώς γι’ αυτό η τηλεόραση είναι μαζική ψυχοθεραπεία. Τζάμπα group therapy. Δεν το λες και μικρό πράμα… Έτσι, οι τηλεκριτικοί και πάσης φύσεως κριτές παρελαύνουν δια τηλεοράσεως κατά τέτοιον τρόπο, ώστε εμείς οι άμοιροι τηλεθεατές να ταυτιζόμαστε μαζί τους.

Κατά συνέπεια, σημείο πέμπτο: όπως κάθε τηλεθεατής που σέβεται τον εαυτό του κατακρίνει όλα τα προγράμματα που παρακολουθεί μανιωδώς, όμοια πράττει και το τηλεοπτικό σύστημα. Επομένως, μην μας παραξενεύει η αντίφαση. Αλλά ποια αντίφαση; Καμία! Το σύστημα έχει αυτό-ίαση, θρέφεται από μόνο του. Έτσι, θα δούμε και θα ξαναδούμε γνωστές περσόνες του "ποιοτικού" χώρου να κατηγορούν από τα δελτία του Star την τηλεόραση ότι "έχει ρημάξει τα μυαλά των ανθρώπων" ή ότι "πλασάρει ψεύτικα πρότυπα στη νεολαία". Ο καθένας θα φιλοξενηθεί στα τηλεοπτικά παράθυρα για λίγη τηλεοπτική κριτική. Δεν συζητάμε για τη τηλεσάτιρα που αποδοκιμάζει την τολμηρότητα και καυτηριάζει την χυδαιότητα. Πώς το κάνει αυτό; Μα φυσικά χρησιμοποιώντας ανυπέρβλητο λεξιλόγιο, όπως "μαλάκας", "πήδημα", "λούτσος" ή άλλες παρόμοιες εκφράσεις και σεξουαλικά υπονοούμενα.
Αυτό το γαϊτανάκι είναι κυρίαρχο σε όλη την δομή του σύγχρονου πολιτισμού. Η τηλεόραση προτρέπει σε όλα αυτά που κατά τα άλλα απορρίπτει και κατακρίνει. Όμως, για το δίκαιο της υπόθεσης, όταν φερειπείν η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει καμπάνια κατά του καπνίσματος και ταυτόχρονα χρηματοδοτεί της καλλιέργειες καπνού, η τηλεόραση είναι μόνο μια μικρογραφία αυτής της γελιότητας.
Η κριτική λοιπόν έχει πολλά πρόσωπα. Το καλύτερό της όμως είναι αυτό που δεν είναι κριτική, αλλά φαίνεται ως τέτοια. Κάθε αξιολόγηση παίρνει αξία ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται και ανάλογα με το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί. Για παράδειγμα, βεβαίως η εμπορευματοποίηση είναι κακή. Ρωτήστε όποιον τηλεορασόπληκτο θέλετε. Όμως, οι υψηλές πωλήσεις είναι καλές. Αντίστοιχα, η έμπρακτη κριτική των ειδήσεων σε επίπεδο καθημερινότητας είναι κακή, είναι επιτηδευμένη, είναι "θολοκουλτουριάρικη". Η κριτική των ειδήσεων στα τηλε-παράθυρα είναι καλή, είναι δείγμα σώφρονα ανθρώπου που "λέει τα πράγματα με το όνομά τους".
Επομένως, το μέσο είναι το μήνυμα; Για να κάνεις την καταγγελία σου πιο προσιτή στο φιλοθεάμον κοινό πρέπει να εισέλθεις στο μέσο. Έτσι, η επιτυχία είναι διπλή: από την μία, βγαίνεις στο γυαλί, διαφημίζεσαι, το παίζεις και σοβαρός κριτικός. Από την άλλη, τα ΜΜΕ διασώζονται, γιατί η καταγγελία σου είναι αναίμακτη εφόσον γίνεται μέσα από αυτά. Εξάλλου, πάντα οι παρόντες εξαιρούνται…

 Σημείο έκτο: η πληροφορία και οι ειδήσεις είναι δύο πράγματα άσχετα μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, οι ειδήσεις είναι ειδήσεις όταν έχουν θέαμα. Όποια και να είναι η είδηση, αν δεν είναι καταγεγραμμένη σε βίντεο δεν μετράει. Ναι ok, δεκτό, εξερράγη ηφαίστειο στην Ιταλία. Αν δεν έχεις βίντεο της έκρηξης, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Αντίστοιχα, το ίδιο συμβαίνει με την συντριβή ενός αεροσκάφους, την βύθιση ενός πλοίου, ακόμα και με τα γιαούρτια που έφαγε ο κάθε πολιτικός. Δεν έχει κανένα τηλεοπτικό ενδιαφέρον, αν δεν προσφέρεται για τηλεοπτικό κανιβαλισμό. Κάπως έτσι, η ανθρώπινη τραγωδία και οποιαδήποτε άλλη είδηση μετατρέπεται σε ψυχαγωγία. Το φιλοθεάμον κοινό δεν ψάχνει πληροφορία. Ψάχνει θέαμα. Κι αν γίνεται, σε αργή κίνηση παρακαλώ.

Σημείο έβδομο: σωστά αντιλαμβανόμενοι την ανάγκη για θέαμα, οι καναλάρχες εντόπισαν (και όπου δεν υπήρχαν, δημιούργησαν) δίπολα αντιπαράθεσης. Ο τηλεθεατής δεν θέλει να βλέπει Το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Θέλει ίντριγκα. Τι να την κάνει μια πολιτισμένη πολιτική συζήτηση, που ο καθένας τα βρίσκει με αυτόν που βρίσκεται στο διπλανό παράθυρο; Βαρετό! Πρέπει να δημιουργούνται δυαδικές συγκρούσεις. Από κει και πέρα, δίκιο έχει αυτός που φωνάζει περισσότερο.
Πέραν του πολιτικού, αυτή η κόντρα εμπλουτίζεται και στο lifestyle. Μοντέλο εναντίον μοντέλου, τραγουδίστρια εναντίον μοντέλου, τραγουδίστρια εναντίον τραγουδίστριας, ηθοποιός εναντίον τραγουδίστριας και το κράξιμο πάει λέγοντας. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο: δήλωση-απάντηση-ανταπάντηση-ξεκατίνιασμα. Κάπως έτσι, το Star κάλυψε τηλεοπτικό χρόνο για μια εβδομάδα κι εμείς βρήκαμε ασχολία. Κατά κανόνα, το τηλεοπτικό κοινό δεν διάκειται ιδιαίτερα φιλικά προς κάποιον από τους δύο αντιμαχόμενους. Ενδεχομένως, να μην τους ξέρει καν (όπως κι η μάνα τους). Δεν έχει καμία σημασία! Το κοινό αντιμετωπίζει την σφοδρή μιντιακή σύγκρουση όπως κι έναν αγώνα ποδοσφαίρου.

Σημείο όγδοο: μέρος του θεάματος είναι το ψεύτικο που μοιάζει αληθινό. Φυσιολογικά, αυτό δεν θα ήταν και τόσο μεγάλο πρόβλημα. Το πρόβλημα ξεκινά από την στιγμή που το ψεύτικο γίνεται πιο αληθινό από το αληθινό. Γιατί σήμερα το ψεύτικο έχει υποκαταστήσει το αληθινό. Κάποτε στις κινηματογραφικές ταινίες αρκούσε ο ήχος του όπλου για να αποδώσει τον θάνατο του ηθοποιού. Όχι πια. Σήμερα για να αποδοθεί πιστά ο θάνατος πρέπει το πλάνο να εστιάσει, ο ήχος να κλιμακωθεί, η κίνηση να γίνει αργή, η λεπτομέρεια της λεπίδας ευδιάκριτη και η πρώτη σταγόνα αίμα φετίχ. Τότε ο θάνατος μοιάζει αληθινός αφήνοντας σοκαρισμένο τον θεατή. Το φιλοθεάμον κοινό έχει εθιστεί σε αυτό το πακέτο. Οτιδήποτε άλλο είναι λίγο. Επομένως, πώς να φορτιστεί κανείς πχ. με τον θάνατο ενός μετανάστη ή ενός ανήλικου, έτσι όπως προβάλλεται στην κανονική ζωή; Ναι ok, τον πυροβόλησαν κι έπεσε κάτω. Τόσο αδικαιολόγητα, τόσο απλά, τόσο ψεύτικα!
Μήπως όμως το ίδιο δεν συμβαίνει και με κάθε γεγονός; Το πιπεράτο ψέμα είναι πιο ενδιαφέρον από την ανάλατη αλήθεια. Κάποτε είχε κάνει πάταγο μια "ανθελληνική" δήλωση του Κίσινγκερ περί "καταστροφής της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού". Λίγο μετά αποδείχθηκε ότι η δήλωση ήταν κατασκευασμένη από τους ανθούς της ελληνικής ειδησιογραφίας. Ορισμένοι τηλεπλασιέ βιβλίων επικαλούνται ακόμη την φερόμενη ως δήλωση. Ανάλογο παράδειγμα είναι η προ μηνός «καταστροφή του Αττικόν από διαδηλωτές». Το Αττικόν όμως ποτέ δεν καταστράφηκε… Ποιος όμως θα ασχολούνταν με την διάψευση της "είδησης"; Κανείς… Δεν έχει ενδιαφέρον, ούτε θα κάνει νούμερα. Είναι αλήθεια. Και η αλήθεια είναι βαρετή. Επιπλέον, κρύβει μέσα της μια νομοτέλεια που ανακόπτει τους όρους του θεάματος. Κανείς δεν μπορεί να αναπτύξει θεωρίες συνωμοσίας, να καταγγείλει σκοτεινά κέντρα και να βάλλει κατά των πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών. Η αλήθεια δεν έχει κανένα μυθοπλαστικό χαρακτηριστικό και δεν ευνοεί την ανάπτυξη αστικών μύθων. Μα πάνω από όλα δεν τονώνει την περιέργειά μας και τα τρομολάγνα μας αισθήματα. Δεν προσφέρεται για θέαμα. Απορρίπτεται!

Επομένως, η κριτική στις ειδήσεις αλλά και γενικότερα στα ΜΜΕ δεν πρέπει να λογίζεται ως εξατομικευμένη και απομονωμένη από την κοινωνική βάση στην οποία άλλωστε στηρίζεται. Τα ΜΜΕ ικανοποιούν τις ανάγκες ενός εξαιρετικά απαιτητικού φιλοθεάμονος κοινού. Είναι ένας αντικατοπτρισμός της ίδιας της κοινωνίας. Είναι οι τηλεθεατές της και όσα θέλουν από αυτά. Είναι οι ευσεβείς μας πόθοι και οι κρυφές μας φιλοδοξίες. Επομένως, ο σκοπός δεν είναι να αλλάξει η φύση των ειδήσεων ή των καναλιών. Ο σκοπός είναι να απεκδυθούμε τον (προσβλητικό) χαρακτηρισμό του "τηλεθεατή". Ο σκοπός είναι να αλλάξει ο ίδιος ο άνθρωπος.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Το ταξίδι της οικονομική κρίσης από τη κατανάλωση στον πολιτισμό: η κοινωνία μπροστά στη κρίση

του Θοδωρή Τζίμα

Είναι πασιφανές το γεγονός ότι η παγκόσμια κοινότητα βιώνει καιρούς δύσκολους. Ξαφνικά όλος ο κόσμος ασχολείται με αυτήν την -πώς την είπαμε;- οικονομική κρίση. Στη καλύτερη των περιπτώσεων όσοι έχουν ακούσει λίγο παραπάνω Πρετεντέρη θα την ονομάσουν χρηματοπιστωτική κρίση. Φοβερή σύλληψη… Δεν είναι και μικρό πράγμα να αντιλαμβάνεσαι εν έτη 2011 ότι ο καπιταλισμός έχει αντιφάσεις. Βέβαια καταλάβαμε και πολλά άλλα. Για παράδειγμα, είδαμε να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος το περίφημο «κράτος πρόνοιας» ή να μαθαίνουμε –κάπως πιο πρακτικά, είναι η αλήθεια– τι είναι η υπεραξία. Μάλιστα κάποιοι πιο κακεντρεχείς είπανε ότι οι πολιτικοί ρήμαξαν το δημόσιο χρήμα.
Βέβαια, πριν το 2011, το επίσημο έτος οικονομικής κρίσης, όλα πήγαιναν μια χαρά. Η ελληνική προσφυγιά πρόκοψε στο εξωτερικό, η χούντα έπεσε, 11.000.000 κόσμος δηλώνει ότι ήταν στο Πολυτεχνείο. Η μεταπολίτευση μας δίδαξε δημοκρατία κι ύστερα ήρθε το ΠΑΣΟΚ της αλλαγής και μας δίδαξε σοσιαλισμό. Ο δημόσιος τομέας γνώρισε στιγμές δόξας: η μισή Ελλάδα διορίστηκε. Κι επειδή εμείς οι Έλληνες ως λαός είμαστε και φιλότιμοι, ποτέ δεν αρνηθήκαμε και κάποιες extra εξυπηρετήσεις. Τι πήγε στραβά; Λεφτά υπήρχαν…
Για να πάμε λοιπόν λίγο πίσω να τα πάρουμε από την αρχή. Αν υποθέσουμε ότι μια σοβαρή προδιάθεση για την εν λόγω παρακμιακή φάση του ύστερου μετακαπιταλισμού υπήρχε εδώ και χρόνια μπροστά στα μάτια μας, πώς γίνεται να μην πήραμε χαμπάρι; Μήπως μας εμπόδισε κάποιας μορφής ανικανότητα; Μήπως κάποια τύφλωση; Ή μήπως η ασυναρτησία του πολιτικού λόγου; Θα μπορούσε επίσης να είναι η απονοηματοδότηση κάθε πολιτικής σκέψης και η απαξίωση της πολιτικής δράσης. Θα μπορούσαν να είναι και όλα αυτά μαζί.


Ανεξάρτητα από όσα έλεγε ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Μπακούνιν και η πλειοψηφία της πολιτικής σκέψης στα τέλη του 19ου αιώνα θα χρειαστεί σχεδόν ενάμισης αιώνας για να εκτιμήσει ο καπιταλισμός την ιδιαίτερη σημασία της ισορροπίας. Ισορροπία στα πάντα, ακόμη και στη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης. Κάπου εκεί όμως χάθηκε κι ο μπούσουλας. Η τάση του καπιταλισμού για αέναη διεύρυνση του κέρδους δεν θα μπορούσε να αντέξει πολύ με την συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, τη στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου και τη διαπλάτυνση (έως ξεχείλωμα) της λεγόμενης μεσαίας τάξης. Το γεγονός ότι λόγω οικονομικών συγκυριών δεν υπάρχουν πόροι και δυναμική στη κοινωνική βάση να δώσει το υπερ-κέρδος είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στην αναγωγή του καταναλωτισμού ως υπέρτατη αξία, ως εγγενές πολιτισμικό στοιχείο.
Ο καπιταλισμός –σωστά– αντελήφθη ότι η βασική του τροφοδοσία περνά μέσα από τη κατανάλωση. Παρόλα αυτά πρέπει να δούμε τον καπιταλισμό και τον καταναλωτισμό ως δύο έννοιες αυθύπαρκτες. Η αντίληψη των ορθόδοξων μαρξιστών, αλλά και μεγάλης μερίδας αναρχικών που ταυτίζει τον καταναλωτισμό με τον καπιταλισμό και την εμπορευματοποίηση είναι σχεδόν επιφανειακή και έχει τέτοιο βάρος ικανό να οδηγήσει σε λαθεμένα συμπεράσματα και προοπτικές. Μπορούμε οπωσδήποτε να τα θεωρήσουμε αλληλοτροφοδοτούμενα μεγέθη και προϋπόθεση του ενός για το άλλο. Όμως, τα πλαίσια του καθενός είναι αυτόνομα.
Πρέπει να δούμε τον καταναλωτισμό ως ένα μοντέλο συμπεριφοράς, εγγενές πλέον στη φύση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και ως μια αξιακή μονάδα μέτρησης. «Δεν κερδίζεις επειδή αξίζεις – Αξίζεις επειδή κερδίζεις». Όπως και στην ομηρική εποχή, επιστρέφουμε στη λογική που θέλει άξιο και δυνατό αυτόν που έχει και εξουσιάζει πολλές μονάδες. Με αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτισμός ανάγεται σε μια αέναη διαδικασία ύπαρξης του υποκειμένου. Αυτό συνεπάγεται έναν διαρκή αγώνα απόκτησης αγαθών, στη πλειοψηφία τους άχρηστα. Ταυτόχρονα, η αδυναμία απόκτησης –λόγω αντικειμενικών συνθηκών– φέρνει το άτομο σε μειονεκτική θέση, αδύνατο να ακολουθήσει τον ρυθμό της «καταξιωμένης» κοινωνίας, και συνοδεύεται συχνά από απογοήτευση, αίσθημα μικρότητας και γενικότερα ένα ψυχολογικό βάρος.


Επομένως, είναι ο καταναλωτισμός ιδεολογία; Έχει τον ρόλο που είχε παλιότερα η θρησκεία; Ο Γκυ Ντεμπόρ, ο Μποντιγιάρ ή ο Μπένγιαμιν (για άλλους λόγους) απαντούν πως ναι, είναι. Αν όμως ο καταναλωτισμός είναι όντως θρησκεία, τότε οι άνθρωποι-πιστοί θα ακολουθούσαν τυφλά τις προσταγές-τελετουργικό και θα απολάμβαναν την θέωση. Ακόμα, θα έπρεπε να είναι ένα ομοιογενές, συνεκτικό και στιβαρό σύστημα που πρώτα από όλα θα δημιουργεί ένα ορισμένο πλέγμα διαυγασμένων σημασιών, ικανό να δώσει νόημα στη καθημερινή ζωή. Όπως θα δούμε και παρακάτω ο καταναλωτισμός όχι μόνο δεν δίνει νόημα στην ύπαρξη, αλλά το αφαιρεί όπου υπάρχει. Γιατί οι άνθρωποι ακόμη κι έτσι αδυνατούν να λειτουργήσουν και να ανταποκριθούν θετικά στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες. Η θρησκεία οποιασδήποτε φυσιολογίας δίνει μέθοδο, μέσον και όραμα (έστω και φανταστικό) στον πιστό ικανοποιώντας τους φόβους και τη ματαιοδοξία του. Ο καταναλωτισμός όμως δεν δίνει απαντήσεις. Το αντίθετο.
Στα πλαίσια του καταναλωτισμού εντάσσεται και η γενικότερη υπεραπλούστευση της καθημερινής ζωής. Σήμερα μπορεί κανείς να αποκτήσει μέχρι και το πιο άχρηστο –αντικειμενικά– αγαθό και μάλιστα να είναι πανευτυχής για την αγορά του. Για να το διαπιστώσουμε αρκεί μια γρήγορη ματιά στους χώρους του σπιτιού μας. Από 3-4 ξεχασμένες συσκευές κινητών τηλεφώνων μέχρι μηχάνημα που βγάζει τα κουκούτσια από τα φρούτα. Προϊόντα που φαίνονταν απίστευτα ωραία, αλλά μόνο τις πρώτες 5 μέρες. Γιατί το φετίχ δεν είναι το ίδιο το προϊόν, αλλά η απόκτησή του. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον απαράδεκτα χυδαίο, νεωτερικό όρο “shopping therapy”;


Εν τούτοις, η υπεραπλούστευση αυτή δεν περιορίζεται στο οικονομικό κομμάτι, αλλά εξαπλώνεται σε όλη τη σφαίρα της κοινωνικής λειτουργίας. Ο σχετικισμός έχει καταστεί ένα ασαφές και λανθάνον πρότυπο. «Έλα μωρέ όλα σχετικά είναι». Δηλαδή, όλα πάνω κάτω ίδια είναι. Όλα κοινότοπα. Έτσι, τα γυναικεία lifestyle περιοδικά κυκλοφορούν με δώρο βιβλία του Ουμπέρτο Έκο ή του Αλμπέρ Καμύ. Τηλεπερσόνες συζητάνε (σοβαρά) για θέματα φιλοσοφίας. Ο κάθε μαϊντανός που τόσα χρόνια γελοιοποιούνταν στα πρωινάδικα έχει άποψη για τη πολιτική με τον ίδιο τρόπο που έχουν άποψη για την οικονομία όλες εκείνες που είδαμε έστω και μια φορά να ξεφωνίζουν στα δελτία του Star «Μύκονοοοος!». Πώς λέγεται άραγε όλο αυτό το σουρεάλ σκηνικό; «Βαθμιαίο άδειασμα σημασιών, απονοηματοδότηση θεσμών, ξεχαρβάλωμα εννοιών, αποσύνθεση του λόγου», θα έλεγε κάποιος προβοκάτορας. «Αφού τα παιδιά περνάν καλά, εσένα τι σε πειράζει;», θα πει κάποιος άλλος. Κι ακριβώς εδώ βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος.
Η απονοηματοδότηση της καθημερινής ζωής και η κενότητα νοήματος ζωής σχηματοποιείται ενδεικτικά, μα πολύ πειστικά, στον τρόπο μαζικής διασκέδασης. Γιατί το παν είναι να περνάς καλά. Ή τουλάχιστον να λες ότι περνάς καλά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι τηλεοπτικές διαφημίσεις. Βέβαια, κάνοντας μια μικρή παρέκβαση, αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαφημίσεις δεν παραπλανούν τον θεατή. Αν υπήρχε τέτοια αντίφαση τα κοινωνικά αντισώματα θα είχαν ξεμπερδέψει με τις διαφημίσεις προ πολλού. Οι διαφημίσεις όμως δεν είναι άσχετες με τη κοινωνική επιθυμία. Αντίθετα, λένε στον θεατή αυτό που θέλει να ακούσει για να πειστεί. Ας δούμε λοιπόν τι μας λένε μερικές από αυτές: 
  • (μπισκότα) κάθε φορά που ο νεαρός πρωταγωνιστής τρώει μπισκότα οι ρόλοι αντιστρέφονται ικανοποιώντας όλες τις επιθυμίες του σε βαθμό τέτοιον ώστε η μητέρα του να τον μαλώνει για να βάλει σκουλαρίκι.
  • (αλκοοολούχο ποτό) ο πρωταγωνιστής πίνει το ποτό και αυτομάτως κλωνοποιείται και φλερτάρει με δύο γυναίκες ταυτόχρονα. 
  • (αναψυκτικό) ο πρωταγωνιστής έχει ξεχαστεί για το ραντεβού του, αλλά μόλις πιεί από το αναψυκτικό έρχονται τα πάνω κάτω, μετατρέπεται σε σούπερ ήρωα και καταφέρνει τα πάντα, έχοντας φυσικό ως έπαθλο μια καλλίγραμμη γυναίκα.
  • (αποσμητικό) ο πρωταγωνιστής βάζει το αποσμητικό και αυτομάτως μετατρέπεται σε σοκολάτα που λαχταρούν όλες οι γυναίκες κυνηγώντας τον.
  •  (αυτοκίνητο) μια παρέα νέων ξεφαντώνει μέχρι το ξημέρωμα που τους βρίσκει ημιλιπόθυμους εντός κι εκτός αυτοκινήτου. Το σλόγκαν τα λέει όλα: «Έλα κι εσύ στο πάρτι της ζωής σου»…
Η ζωή λοιπόν είναι ένα πάρτι, γι΄αυτό κι εμείς πρέπει να κάνουμε κάτι που θα μείνει στη μνήμη μας, το οποίο φυσικά σχετίζεται με τη διασκέδαση χωρίς όρια. Γιατί έτσι πρέπει: να βλέπουν όλοι ότι γλεντάμε, να ξέρουν ότι περνάμε καλά. Ας ρωτήσουμε έναν οποιονδήποτε πρωτοετή φοιτητή πώς περνάει στη πόλη που πήγε. Εκτός απροόπτου θα μας απαντήσει ενθουσιωδώς πόσο καλά περνάει. Στη τελική, ας δούμε τι είδους φωτογραφίες ανεβάζει η πλειοψηφία στις σελίδες «κοινωνικής δικτύωσης»: σε στιγμές αχαλίνωτης διασκέδασης, σε παραλίες, σε νυχτερινά μαγαζιά (αυτοί που έχουν φωτογραφίες το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο τους απαλλάσσονται ως ανίατες περιπτώσεις). Αν τώρα δεν τα κάνεις αυτά, αν δεν ξενυχτάς λέγοντας παντού πόσο πολύ πίνεις, μάλλον απέτυχες, είσαι απολίτιστος για αυτόν τον πολιτισμό. Εξάλλου, τι μπορεί κανείς να πει για έναν πολιτισμό που θεσμοποίησε τη διασκέδαση (πχ. Πρωτοχρονιά);
Τηλεοπτικές σειρές όπως το Nip/Tuck ή το Sex and the city αποτύπωσαν εν αγνοία τους πολύ πιστά τη κατάσταση. Από τη μία, άνθρωποι που θα έκαναν τα πάντα για λίγη συμβατική μεν, τεχνητή δε, ομορφιά, από την άλλη κάτι ανέραστες σαραντάρες που έχουν ένα σωρό κόμπλεξ (από νεαρούς άνδρες μέχρι πανάκριβα παπούτσια). Βέβαια, όλα αυτά τα αποδεχόμαστε μόνον ασυνείδητα. Σε συνειδητό επίπεδο τα καταγγέλλουμε και τα απορρίπτουμε. Οι άλλοι κάνουν τις βρωμιές, όχι εμείς. Αν όμως είχαμε το χρήμα και τον ελεύθερο χρόνο της Πάρις Χίλτον ή της Τζούλιας Αλεξανδράτου μάλλον θα κάναμε κι εμείς ακριβώς τα ίδια.
Και στο μέτρο που μπορούσε ο κάθε πολίτης προσπάθησε να ικανοποιήσει κάθε του επιθυμία. Πόσα χρόνια όμως θα άντεχε να ζει σε μια φούσκα; Πίστεψε ότι θα γίνει αυτό που ονειρεύεται. Ίσως και αν πλησίασε ένα βήμα. Αλλά όπως συμβαίνει συνήθως, στο τέλος ήρθε κι ο λογαριασμός. Αλλά κι αυτός δεν πρέπει να έχει παράπονο. Όποτε χρειάστηκε οι τράπεζες ήταν εκεί. Πάρτε 2-3 κάρτες να έχετε να ψωνίζετε. Θέλετε διακοπές; Διακοποδάνειο. Θέλετε σπουδές; Φοιτητοδάνειο. Δώρα; Δωροδάνειο. Γιορτές; Εορτοδάνειο. Γάμους; Γαμοδάνειο (όνομα και πράμα). Ο,τι κι αν θέλαμε οι τράπεζες εκεί. Κι εμείς όμως ανεβάσαμε το βιοτικό μας επίπεδο: πήραμε τηλεόραση ίση με τη ντουλάπα μας, αγοράσαμε δυο κινητά (να βρίσκονται), τα iPod στην Ελλάδα είναι περισσότερα κι από τους πάσης φύσεως προέδρους, η αναλογία αυτοκινήτων-πληθυσμού μας βάζει στη δεύτερη θέση πανευρωπαϊκώς. Όλα πήγαιναν καλώς. Πιο εύκολα πλάσαρες «προσφορές» σε ενήλικες παρά καραμέλες σε παιδάκια. Σύσσωμη η κοινωνία κατάπιε αμάσητο το παραμύθι του καπιταλισμού, ότι δήθεν υπάρχουν ευκαιρίες. Έτσι, είπαμε να γίνουμε ελεύθεροι επαγγελματίες. Αλλά και στον δημόσιο τομέα τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Το κράτος ως εργοδότης, δηλαδή το δημόσιο, ναι αυτό που όλοι έβριζαν και ταυτόχρονα όλοι παρακαλούσαν να διοριστούν, τώρα κρίνεται υπεράριθμο, άρα ασύμφορο οικονομικά. Και η σφαλιάρα επί δικαίων και αδίκων πάει τώρα σύννεφο.
Το παραμύθι όμως δεν έπιασε εξατομικευμένα μόνο τα χαμηλά στη κοινωνική ιεραρχία στρώματα. Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι. Εξάλλου, κάθε λαός έχει τους ηγέτες που του αξίζουν. Οι κυβερνήσεις από το ’80 και πέρα δανείζονταν ακατάσχετα ακολουθώντας πιστά το γαϊτανάκι που είχε ενορχηστρώσει η παγκοσμιότητα του κεφαλαίου. Κάποια στιγμή θα υπήρχε κι ένα αδιέξοδο. Κάθε ελεύθερη πτώση τελειώνει στο έδαφος. Κάποιες τονωτικές τσιμεντο-ενέσεις στα θεμέλια δεν αρκούν για να κρατήσουν ένα ερείπιο για πάντα. Και η φούσκα έσκασε. Και το ωστικό κύμα σάρωσε τους πάντες, ιδίως τους ασθενέστερους.
Ακούμε σήμερα όλο και πιο έντονα φράσεις τύπου «να φύγει η κυβέρνηση», «οι βουλευτές είναι προδότες» και άλλα τέτοια ωραία. Όμως πρέπει να ρωτήσουμε: η κυβέρνηση είναι πραξικοπηματική; Οι κυβερνήσεις της τελευταίας 30ετίας επιβλήθηκαν καθεστωτικά; Τελικά θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέρουμε; Γιατί αρκετά εκατομμύρια κόσμου ανεβοκατέβαζαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ διαδοχικά με την ψήφο τους. Εξίσου πολλοί ζητωκραύγαζαν έξω από τα κομματικά γραφεία. Οι ίδιοι υπερασπίζονταν τους ...«δικούς τους» όταν έσκαγαν τα σκάνδαλα το ένα μετά το άλλο. Τώρα ο λαός αγανακτεί εναντίον όλων αυτών που αποθέωνε. Κι όχι μόνο των προσώπων, αλλά και της ίδιας της πολιτικής οργάνωσης. Είπαμε, στην εποχή της ασημαντότητας όλα είναι κοινότοπα, όλα επιτρέπονται.
Αυτό που έχει σημασία να δούμε τελικά είναι ότι το οικονομικό σκέλος της κρίσης είναι μια από τις συνέπειες της βαθύτατα πολιτισμικής κρίσης. Οι κυβερνήσεις θερίζουν επί δικαίων και αδίκων. Η βάση της κοινωνίας αδυνατεί να ανταπεξέλθει. Το βιοτικό επίπεδο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Όλοι προσμένουν μια ανάκαμψη. Ανάκαμψη ποιανού όμως και ως προς τι; Του καπιταλισμού; Της γραφειοκρατίας; Της καζινοποιημένης οικονομίας; Εκεί κρύβεται η παγίδα. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ακούγαμε συνεχώς για τις υποχωρήσεις του καπιταλισμού. Ήταν όντως υποχώρηση; Η εξουσία εξαγόρασε πολύ φθηνά την επαναστατικότητα μιας ολόκληρης γενιάς. Διόρισε αρκετούς στο δημόσιο, έδωσε κάποιες αυξήσεις, έχτισε τις ελάχιστες δομές ενός κατ΄επίφαση «κράτους πρόνοιας» και αντ΄αυτού εξασφάλισε τη συναίνεση, την υποτέλεια των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων. Ακόμα πέτυχε τη δημιουργία πειθήνιων και πειθαρχημένων υπηκόων που θα νοιάζονται μόνο για την υποτιθέμενη ατομική τους ευημερία. Από τότε κατανάλωση σημαίνει διασκέδαση, καταστολή σημαίνει ασφάλεια, ρουφιανιά και γλείψιμο επαγγελματική καριέρα.
Το χειρότερο όμως είναι ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Έτσι, σε μια κοινωνία που είναι εκπαιδευμένη να αποτιμά καθετί ποσοτικά, κι όχι ποιοτικά, το μέλλον δεν μπορεί να διαφέρει από το πρόσφατο παρελθόν. Το έχουμε ξαναδεί το έργο. Ο καπιταλισμός πάλι θα διασωθεί. Θα μπει ένα πρόσκαιρο φρένο στη κατρακύλα, οι κυβερνήσεις θα πέσουν για να ΄ρθουν οι επόμενοι. Θα πανηγυρίσουμε και θα φάμε πάλι σαν κοινωνία το κουτόχορτο. Μετά τα πατροπαράδοτα «η Ελλάδα αλλάζει», «παραλάβαμε χάος» κτλ θα ΄ρθει μια απειροελάχιστη αύξηση, θα ανέβει λίγο το χρηματιστήριο, άντε να διοριστεί και κάνας ξάδερφος μας στο δημόσιο και θα ΄μαστε έτοιμοι να ξαναπιάσουμε τον καναπέ.


Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο οικονομικό. Η οικονομία είναι το εξόφθαλμο σκέλος. Το κύριο σώμα είναι η βαθειά συνειδησιακή και πολιτισμική κρίση που καλλιεργούνταν από τη μεταπολίτευση. Κι αν πιστεύαμε ότι ο κύκλος της μεταπολίτευσης είχε κλείσει, μάλλον έμενε μια ακόμη υπογραφή. Εφόσον η κεντρική πολιτική σκηνή παγκοσμίως έχει γαλουχήσει με τέτοιον τρόπο τις κοινωνίες, ώστε να μοιάζουν ανίκανες να προσφέρουν ένα ουσιαστικό νόημα στα άτομα-μέλη τους, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Στον πυρήνα όμως αυτής της κατάστασης βρίσκονται όλα τα εργαλεία για τη δημιουργία ενός πραγματικά ριζοσπαστικού κινήματος που θα επιδιώκει την ολική ανατροπή της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής παρακμής. Με τις υπάρχουσες συνθήκες σήμερα δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τη πολιτική και τη κοινωνική σφαίρα, γιατί απλούστατα είναι ασύμμετρες. Στη πολιτική σφαίρα έχουμε πχ. μια νέου τύπου ολιγαρχία, ενώ στη κοινωνική έχουμε καταναλωτική ύπνωση. Αυτά τα δύο μπορούν να βρίσκονται πλάι πλάι, αλλά ποτέ απέναντι. Η εξουσία δεν αλλάζει. Ας αλλάξει η κοινωνία. Για να τελειώνουμε μια και καλή με την γραφειοκρατία, τον ρεφορμισμό και τον παλαιοκομματισμό, να επανεκτιμήσουμε τις ανάγκες μας και τον τρόπο που θα τις ικανοποιήσουμε.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Η γελοιοποίηση του γελοίου ως σάτιρα: εύκολοι τρόποι να αυτοϊκανοποιηθείτε κοροϊδεύοντας τους άλλους

του Θοδωρή Τζίμα

Σάτιρα: (λατ. Satura) ελεγκτικό για τα τότε ήθη είδος λογοτεχνικό όπου συγχέονται και τα είδη και οι μορφές και τα μέτρα, έργο που ελέγχει ειρωνικά τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, μας δίνει ο Εμ. Κριαράς.

Μιλώντας για το κυρίαρχο ιδεολογικό μέσο των τελευταίων δεκαετιών, την τηλεόραση, είναι αυταπόδεικτο το γεγονός παραποίησης των εννοιών, φαινόμενο κοινωνικό εν γένει. Ωστόσο, όσον αφορά μεταξύ πολλών άλλων και τον όρο «σάτιρα» δεν έχουμε να κάνουμε με παραποίηση, αλλά με αντιστροφή της σημασίας του, αν όχι με εκ νέου, a priori σηματοδοσία του. Παρόλα αυτά δεν είναι πρωτοφανές. Πρωτοφανής είναι όμως η διάδοσή του στα ΜΜΕ με πλήθος «σατιρικών εκπομπών», αλλά και το διαρκώς αυξανόμενο φιλοθεάμον κοινό. Σάτιρα λοιπόν.
Με λίγα λόγια, η σάτιρα σήμερα θα μπορούσε να είναι μια όαση στα τόσα υποπροϊόντα που βλέπουμε να αναπαράγονται γύρω μας με κάθε έκφανση. Καμιά σχεδόν σχέση βέβαια  με την ιστορική παράδοση της σάτιρας. Σήμερα θα μπορούσε ωστόσο να είναι και η διαχωριστική γραμμή που θα έκανε διακριτή τη σαχλοκωμωδία από τη κοινωνικοπολιτική κριτική με χιουμοριστικό τρόπο. Εξάλλου, το γέλιο είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Η σάτιρα απογυμνώνει το κοινωνικό status quo από τα λεπτολογικά χαρακτηριστικά του καθωσπρεπισμού, αναδεικνύει τις κοινωνικές αντιφάσεις και τις ανταγωνιστικές σχέσεις. Αποκόβει τους εξουσιαστικούς δεσμούς και απαλλαγμένη από αυτούς δημιουργεί ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης με καθετί που δημιουργεί τη κοινωνική πραγματικότητα-αθλιότητα. Προϋποθέτει μια σχετικά ευρεία ανεξαρτησία από πολιτικές και lifestyle αγκυλώσεις και υπεισέρχεται στην ουσία. Απομυθοποιώντας τη φύση των πραγμάτων προτείνει υποδόρια μια νέα ηθική, έναν νέο τρόπο θέασης και κριτικής, μια διαφορετική κοινωνική αντιπολίτευση.
Όμως, στις «σατιρικές» (αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιες) εκπομπές εμφανίζονται και νέα ήθη, νέοι τρόποι σάτιρας. Αντί πχ. να λοιδορείται ένα ολόκληρο σύστημα για τα δεινά και τα ευτράπελα που δημιουργεί, «σατιρίζονται» (εννοείται κατ΄επανάληψη μπας και γίνει κοινωνική μάθηση – επανάληψη μήτηρ μαθήσεως) αυτά τα ίδια. Αναπαράγονται και εμπορευματοποιούνται σαν τη προσωποποίηση της κοινωνικής παρακμής ενώ στη πραγματικότητα είναι απλά μια παθογένεια που γεννά η κοινωνική κατάσταση, η ελεύθερη αγορά, η σύγχρονη πολιτιστική βιομηχανία. Αν θεωρήσουμε ότι στα πλαίσια της επονομαζόμενης (νέο)σάτιρας ανήκει η «κοινωνική κριτική με τρόπο ευτράπελο και κωμικό» (ναι, κάπως έτσι το εξηγούν οι θιασώτες της), εδώ το μόνο που επικρίνεται είναι τα εξωτερικά συμπτώματα της κοινωνικής παρακμής κι ουδέποτε τα αίτια αυτής ή η παρακμή η ίδια. Έτσι, οι αντικειμενικές πλέον συνθήκες κοινωνικής-πολιτικής-αισθητικής (δεν μπορούμε να υπολογίζουμε χωριστά αυτές τις έννοιες) παρακμής αποσιωπούνται και υποσκελίζονται. Τα θύματα γελοιοποιούνται, οι θύτες απενοχοποιούνται. Τόσο απλά. Ποιος νοιάζεται πια; Έχουμε να γελάσουμε με ό,τι η εποχή μας ξέρασε.
Εξάλλου, έχει μια κρυφή γοητεία να βλέπεις τις ζωές των άλλων. Ο σύγχρονος καταναλωτικός άνθρωπος αρέσκεται στο να κοιτάζει από τη κλειδαρότρυπα. Μπορεί να γελάει με τις ώρες βλέποντες κάθε βλακώδη ή ασυνήθιστη συμπεριφορά του άλλου, με τη τριγύρω του ανοησία (ναι, είναι ο ίδιος άνθρωπος που κατά κανόνα δεν θα ανεχτεί ούτε ένα σκωπτικό σχόλιο για το πρόσωπό του, βρίσκει τον αυτοσαρκασμό άχρηστο και άμα τύχει απαντά με το αφοπλιστικό «ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» - τέτοια βαθειά αίσθηση χιούμορ!). Και προφανώς είναι πιο διασκεδαστικό να βλέπουμε τα χάλια των άλλων παρά να κοιταχτούμε εμείς οι ίδιοι. Έτσι, ίσως νιώσουμε κάπως πιο ικανοί, λίγο πιο άξιοι. Θέτουμε λοιπόν οι ίδιοι τα κριτήρια που εμείς όλοι δημιουργήσαμε και συγκρινόμαστε με τον πάτο: ω! μα είναι προφανές, είμαστε ευφυΐες! Παραδεχτείτε το, εμείς δεν θα κάναμε ποτέ τις ανοησίες που κάνουν αυτοί οι χαζοί στα βίντεο που αναπαράγει η κάθε σατιρική εκπομπή. Αυτοϊκανοποιούμαστε κρυφά.
Εκεί ακριβώς ποντάρει η κυρίαρχη ιδεολογία, η ιδεολογία του τίποτα, ο καταναλωτικός ολοκληρωτισμός των ΜΜΕ. Στοχεύει στα ταπεινά ένστικτα του ανθρώπου, στη περιέργεια και στη δίψα του για, έστω και έμμεση, αυτοεπιβεβαίωσή του μέσω του υποσκελισμού του «άλλου». Έτσι, η κοινωνική κατάπτωση, η ανθρώπινη εξαθλίωση και η αυθόρμητη –πλην ατυχής τις περισσότερες φορές– έκφραση γίνεται αντικείμενο διακωμώδησης υπό μορφήν light εμπαιγμού (έχει επίσης πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος που οι περισσότεροι αυτοί ηθικολόγοι σατιρίζουν αυτές τις εικόνες κοιτάζοντας τες όπως ακριβώς οι ηλικιωμένοι κοιτούν ένα πορνοπεριοδικό: και καλά αποτροπιασμένοι αναφωνώντας συχνά πυκνά «τσ τσ τς» ενώ αλλάζουν τις σελίδες χωρίς να ξεκολλά το μάτι τους από το «θέαμα»). Συναφείς είναι και οι εικόνες τηλεοπτικού –κι όχι μόνο– κιτς, μια συνεχής επαναπροβολή παρακμασμένων εκφάνσεων της καθημερινότητάς μας. Αντί να λοιδορείται ή να καταγγέλλεται μια ολόκληρη βιομηχανία κατασκευής όλων αυτών των προσωποποιήσεων μιας ορισμένης θέσης απέναντι στα πράγματα, γελοιοποιούνται τα ίδια τα υποπροϊόντα της.
Πολύ βολική κατάσταση για ένα σύστημα που θέλει να λειάνει τις αντιφάσεις και ουσιαστικά να… «κόψει τι3ς γωνίες». Προωθείται σαν «καταγγελία» που δεν είναι καταγγελία αλλά φαίνεται ως τέτοια. Αποτέλεσμα; Μια δήθεν κοινωνική κριτική απονευρωμένη από τα περισσότερα ειδοποιά χαρακτηριστικά της και «ντυμένη» με την ασυλία που προσφέρει ο προσδιορισμός της ως σάτιρα. Έτσι, ο τηλεθεατής κλείνει την tv αθωωμένος, απαλλαγμένος πλέον έχει ολοκληρώσει το «καθήκον» του να αντισταθεί και σήμερα στις κοινωνικές προκλήσεις και τη πολιτική πραγματικότητα. Έχει έρθει η κάθαρσις, χαρακτηριστικό γνώρισμα του αρχαιο-αθηναϊκού δράματος και της ρωμαϊκής σάτιρας.. Όλοι ευχαριστημένοι.
Επομένως, γίνετε κι εσείς ένας νέος Αριστοφάνης, μπορείτε. Η συνταγή είναι απλή: πάρτε 10 βίντεο με ατυχείς στιγμές από αυτόν τον αχταρμά που λέγεται «τηλεοπτικό πρόγραμμα» (στη πραγματικότητα θα βρείτε πολλά περισσότερα). Αναπαράγετε τα και σχολιάστε τα στην αρχή κωμικά, μετά με αποτροπιασμό. Ρίξτε και 2-3 σόκιν αστεία, 1 ανέκδοτο σχετικό με σεξ κι άλλο ένα βίντεο με υπονοούμενο σεξ. Αυτά σε συνδυασμό με μια εναλλακτική (ποτέ κανείς δεν κατάλαβε τι είναι όντως το «εναλλακτικό») προσέγγιση και μια φιλο-νεολαιίστικη διάθεση θα δέσουν άψογα σε μια νέοσατιρική εκπομπή. Τα πάντα πωλούνται και τα πάντα αγοράζονται..

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Η τέχνη και η μαζική κουλτούρα στη σκέψη του Χέρμπερτ Μαρκούζε

-->των Θοδωρή Τζίμα, Κωστή Τασολάμπρου
Από τα σημαντικότερα θέματα που ασχολήθηκε η Σχολή της Φρανκφούρτης είναι η τέχνη και η κουλτούρα και ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκαν στα πλαίσια της κοινωνίας[1]. Η τέχνη εκλαμβάνεται ως μέρος του σύγχρονου πολιτισμού και μάλιστα στον 20ο αιώνα είχε ευρεία ανταπόκριση σε κάθε κοινωνικό συντελεστή.
Η ιδιαιτερότητα της Σχολής της Φρανκφούρτης πάνω στο ζήτημα τέχνης και κουλτούρας είναι ο ποιοτικός διαχωρισμός που έκανε. Διαχώρισε, δηλαδή, τη κουλτούρα σε «υψηλή» και «χαμηλή», σε «θετική» και «αρνητική». Όταν πρωτοδιατυπώθηκε αυτή η άποψη προκάλεσε με τη ριζοσπαστικότητά της. Ωστόσο, σήμερα γίνεται αντιληπτό αυτό που κατέγραψε η Σχολή. Ο Αντόρνο έκανε λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία[2]. Επομένως, η τέχνη (όπως εκλαμβάνεται ως μέρος του γενικότερου όρου «κουλτούρα») πρέπει να υφίσταται μια κριτική θεώρηση. Κυρίως ο Αντόρνο επιδόθηκε σε μια ελιτίστικη άρνηση της μαζικής κουλτούρας. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν έθεσε σαφείς όρους και κριτήρια διαχωρισμού ποιοτικής και μη τέχνης. Αυτό που κατέγραψε ήταν η χειραγώγηση και η αλλοτρίωση του ατόμου είτε μέσω της υψηλής είτε μέσω της ευτελούς τέχνης[3]. Οι μηχανισμοί χειραγώγησης παρουσιάζουν μια αυταρχικότητα που καταλήγει σε ολοκληρωτισμό. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο καθυποτάσσουν τον άνθρωπο κατά το δοκούν. Πάνω σε αυτό ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση του Τσόμσκι ότι «ο ρόλος των διανοουμένων συνίσταται στο να κάνουν ότι πρέπει ώστε οι άνθρωποι να παραμένουν παθητικοί, υπάκουοι, αστοιχείωτοι και προγραμματισμένοι»[4]. Αντίστοιχα, η Σχολή της Φρανκφούρτης υπό το πρίσμα της κριτικής θεωρίας τοποθετείται απέναντι στην επιτηδευμένη επίδειξη τεχνικής αρτιότητας[5] (ενδεχομένως, ο Μπένζαμιν να διαφωνεί εδώ). Ωστόσο, η Σχολή της Φρανκφούρτης κατηγορήθηκε αρκετά για ελιτισμό στα όρια της «αριστοκρατικής αλαζονείας», χωρίς αυτό να υποβαθμίζει το μεγάλο έργο του και την σημαντική καταγραφή του.
Παρόλα αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Σχολή της Φρανκφούρτης παρουσιάζει η ιδεαλιστικής καταγωγής έννοια περί του τέλους της τέχνης[6]. Η έννοια αυτή αναφέρεται στη τέχνη ως εμπορικό προϊόν, ως μέσο χειραγώγησης και συνεπώς, στην αλλοτριωμένη τέχνη. Ακόμα, σχετίζεται με τις εσωτερικές αντινομίες της τέχνης, όπως την αλήθεια και την αναλήθεια που αυτή μπορεί να δηλώνει. Ο Αντόρνο στο έργο του «Αισθητική Θεωρία» υπερασπίζεται την αναγκαιότητα για συνέχιση της τέχνης, αν και αντιλαμβάνεται την απειλή του τέλους μέσα από την ευτέλεια στην οποία έχει περιέλθει. Πάνω στο ενδεχόμενο τέλος της τέχνης τοποθετείται και ο Μαρκούζε αναφέροντας ότι «το τέλος της τέχνης μπορεί να γίνει θεωρητικά νοητό μόνο αν οι άνθρωποι δεν είναι πια ικανοί να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο, το τωρινό από το μελλοντικό»[7]. Επιπλέον, αναγνωρίζει τη πιθανότητα τέλους της τέχνης ως «μια πραγματικά ιστορική δυνατότητα».
ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο Μαρκούζε δεν ασχολήθηκε συστηματικά με την Αισθητική, αλλά ο στοχασμός του για τη φύση και τη θέση της τέχνης, καθώς και για το περιεχόμενο και τη λειτουργία της είναι εμφανής σε όλο το έργο του. Οι θέσεις του Μαρκούζε για την τέχνη –συχνά αντιφατικές μεταξύ τους[8]– δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κομμάτι του έργου του, αλλά εντάσσονται στη προβληματική του για τον μετασχηματισμό, την υπέρβαση της βιομηχανικής κοινωνίας που έχει ως κύρια χαρακτηριστικά της τη καταπίεση των ενστίκτων και των ενορμήσεων, την τεχνοκρατία, καθώς και τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των «παραδοσιακών» μορφών αμφισβήτησης. Πυρήνα της διαλεκτικής του αποτελεί η σχέση τέχνης-πολιτικής που ανάγεται στο πρόβλημα σύνδεσης τέχνης και πραγματικότητας.
Παρατηρεί την ενσωμάτωση της κουλτούρας[9] στη πραγματικότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας και τον εκμηδενισμό του ανταγωνισμού ανάμεσα σε πνευματική και κοινωνική πραγματικότητα με την απουσία διαφορετικών, ξένων προς την καπιταλιστική πραγματικότητα, στοιχείων τα οποία καθιστούν την κουλτούρα ως μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Η θέση-διαπίστωση του Μαρκούζε είναι πως η ανώτερη κουλτούρα γίνεται μέρος της μαζικής κουλτούρας.
Η κριτική ανάλυση της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας απαιτεί νέες ηθικές, πολιτικές και αισθητικές κατηγορίες. Ο απάνθρωπος χαρακτήρας αυτής της κοινωνίας φανερώνεται στο ότι «παράγει και εκθέτει άσεμνα μια αποπνικτική αφθονία από εμπορεύματα, ενώ στερεί τα θύματά της από ανάγκες ζωτικές»[10]. Η καταναλωτική οικονομία της καπιταλιστικής κοινωνίας δημιούργησε έναν διαφορετικό άνθρωπο, όπου η ανάγκη για κατανάλωση έχει μετατραπεί σε βιολογική ζωτική ανάγκη και δημιούργησε νέες συντηρητικές ανάγκες[11]. Η συνεχής πρόοδος της βιομηχανικής κοινωνίας μειώνει τον χώρο ελευθερίας του ανθρώπου, αλλά και καταστέλλει την ανάγκη του για την ύπαρξη ενός τέτοιου περιβάλλοντος.
Η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να συμβάλλουν στην απελευθέρωση μόνο αν ανασυσταθούν σε μια νέα αισθαντικότητα. Η νέα αυτή αισθαντικότητα θα στοχεύει στη κοινωνική αναδιάρθρωση, να γίνει κοινωνική παραγωγική δύναμη.
ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Μια από τις βασικές διαφορές του Μαρκούζε με τον ορθόδοξο Μαρξισμό έγκειται στο γεγονός ότι ο ποιοτικός μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν στηρίζεται σε ένα ορθολογικό σχέδιο οικονομικοτεχνολογικού χαρακτήρα αλλά στην ενεργοποίηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων που υπάρχουν στο εσωτερικό της κοινωνίας. Στο σημείο αυτό τοποθετείται ο στοχασμός του φιλοσόφου για την Αισθητική η οποία εντάσσεται στην προβληματική του για την υπέρβαση της ανεπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας.
Ο Μαρκούζε πραγματεύεται την έννοια της κουλτούρας που είναι γενικότερη από εκείνη της τέχνης. Αναγνωρίζει στη κουλτούρα τη δυνατότητα πραγμάτωσης μια συμφιλίωσης με την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και την αυτονομία της αφού υπερβαίνει τα όρια της κοινωνίας βρισκόμενη στη σφαίρα του υπερβατικού. Η «αλήθεια» αυτής της υπέρβασης εντοπίζεται στην ιδέα της ύπαρξης ανωτέρων αγαθών έναντι των υλικών, τα οποία βρίσκονται και παρουσιάζονται στην κουλτούρα, κάνοντας λόγο για «καταφατικό χαρακτήρα της κουλτούρας»[12].
Η αστική θεωρία περί αισθητικής καταλήγει στην αισθητική αυτονομία του έργου το οποίο υπακούει μόνο στους δικούς του νόμους. Η κριτική του Μαρκούζε σε αυτή τη θέση βασίζεται στο ότι το έργο «βρίσκεται» σε αλληλοσυνάρτηση με την κοινωνία. Η συμφιλίωση με τις κοινωνικές αντιφάσεις του έργου, το αποκόβει από την κοινωνία και τότε κάνουμε λόγο για καταφατικό χαρακτήρα της κουλτούρας σε σχέση με την κοινωνία.
Η έννοια «μαζική κουλτούρα» αποτελεί τον αντίποδα της έννοιας της κουλτούρας μια αντίθεση την οποία ο Μαρκούζε προσπαθεί να την αποσαφηνίσει εννοιολογικά και σημασιολογικά. Διακρίνει την «κουλτούρα» από τον «υλικό πολιτισμό» όπου τα χαρακτηριστικά αυτών των δυο εννοιών δημιουργούν αντιθετικά ζεύγη καταδεικνύοντας τις ποιοτικές διαφορές τους:
Πολιτισμός
υλική εργασία
εργάσιμη ημέρα
εργασία
βασίλειο της αναγκαιότητας
φύση
οπερασιοναλιστική σκέψη
Κουλτούρα
πνευματική εργασία

αργία
σχόλη βασίλειο της ελευθερίας
πνεύμα

μη οπερασιοναλιστική σκέψη


Η διάκριση αυτή «είναι μια ιστορικά επιβεβλημένη από την αστική κοινωνία διάκριση»[13].
ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Στο εσωτερικό της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, η υποδούλωση του ανθρώπου είναι πολύπλευρη. Μέσα από τον χαρακτήρα και τη δομή που έχουν πάρει οι σύγχρονες κοινωνίες το άτομο καθίσταται αλλοτριωμένο. Σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των κοινωνικών δομών έχει αφενός η παραγωγική διαδικασία και αφετέρου η τεχνολογική οργάνωση της κοινωνίας.
Η ιδιώτευση και ο ατομικισμός που κυριαρχούν στο εσωτερικό της σύγχρονης κοινωνίας έχουν σαν αποτέλεσμα την «υποδούλωση» του ατόμου σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και την αυθαίρετη πορεία της τεχνολογίας και της επιστήμης, που σταδιακά καθήλωσε τον άνθρωπο στις επιταγές της.
Το δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας, ο άνθρωπος, μετατράπηκε σε «πολίτη» ταγμένο να υπηρετεί τις προσταγές της κυρίαρχης τάξης, αποξενωμένος από τον εαυτό του και εν συνεχεία από το κοινωνικό γίγνεσθαι, εσωτερικεύοντας τους δοσμένους κανόνες και τις δοσμένες ανάγκες που παράγει η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία και χάνοντας τη φαντασία της δημιουργικότητας και τη δημιουργικότητα της φαντασίας.
Ο αλλοτριωμένος χαρακτήρας της εργασίας στο εσωτερικό της βιομηχανοποιημένης κοινωνίας παρουσιάζεται ως ορθολογιστικό χαρακτηριστικό της παραγωγής. Ο συνεχής καταμερισμός της εργασίας και των καθηκόντων παραγωγής βαδίζει παράλληλα με την τάση για πλήρη υποδούλωση του εργαζομένου στο σχέδιο παραγωγής που επιβάλλει η διεύθυνση παραγωγής ενσωματώνοντας τον άνθρωπο στη λογική ενός τέλειου μηχανικού συστήματος.
Ο καταναλωτισμός, μηχανισμός συντήρησης του καπιταλιστικού συστήματος, ως θεσμός εσωτερικεύθηκε με τον άνθρωπο να πουλά την εργατική του δύναμη για να έχει τη δυνατότητα να κερδίσει και να αγοράσει περισσότερα αγαθά για την ικανοποίηση των δοσμένων από την κοινωνία αναγκών του. Η ανορθολογικότητα του συστήματος, πυρήνας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου συμβίωσης, αποδεχόμενη από την κοινωνία ως η μόνη ορθολογική, κατόρθωσε τη διάλυση του κοινωνικού ιστού (π.χ. την εξάλειψη αλληλεγγύης και την απέχθεια για το διαφορετικό) και την επιβολή της λογικής της αγοράς εγκαθιδρύοντας το ατομικιστικό δόγμα και τον κομφορμισμό.
Η διατήρηση της εξουσίας προϋποθέτει τη μετάλλαξη της κοινωνίας σε μονοδιάστατη. Μονοδιάστατη κοινωνία αποτελούμενη από μονοδιάστατους ανθρώπους με μονοδιάστατη σκέψη, στο εσωτερικό της οποίας «η ορθολογικότητα να είναι ακόμα βυθισμένη στο ανορθολογικό»[14] . Είναι η εποχή στην οποία οι λέξεις και οι έννοιες έχουν διαφοροποιηθεί ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία τους. Είναι η εποχή όπου η καταπίεση σημαίνει ελευθερία, η κατανάλωση δύναμη, ο έλεγχος ασφάλεια, ο φόβος σύνεση, η απάτη πολιτική, η υστερία χαρά. Κι είναι τόσο κοινά αποδεκτές οι έννοιες που έχουν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη κάθε κοινωνικής αντιπολίτευσης και την απόρριψη κάθε μορφής αντίστασης. «Ο άνθρωπος σήμερα είναι ίσως περισσότερο ανίκανος από ποτέ να επιδράσει πάνω στον ίδιο του τον μηχανισμό»[15]. Όπως παρατήρησε ο Μπένζαμιν, είναι η εποχή που η αποχαύνωση της ανθρωπότητας βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό που θα βιώσει την ίδια της την καταστροφή ως μια ύψιστη αισθητική απόλαυση.
Για τη διατήρησή της η εξουσία δημιούργησε μηχανισμούς χειραγώγησης. Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σχολής ανήκει στους Αντόρνο-Χορκχάιμερ το οποίο εκδόθηκε το 1944 με τίτλο «Η διαλεκτική του διαφωτισμού» ένα κείμενο του οποίου η επιρροή είναι έκδηλη στα επόμενα κείμενα των μελών τους. Στο κείμενο αυτό ο Aντόρνο κάνει λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία. Επομένως η τέχνη (η οποία αποτελεί μέρος της κουλτούρας) πρέπει να υφίσταται μια κριτική θεώρηση. Μια από τις θέσεις των μελών και του Marcuse ήταν η χειραγώγηση και η αλλοτρίωση του ατόμου είτε μέσω της υψηλής είτε μέσω της ευτελούς τέχνης[16].
Οι μηχανισμοί χειραγώγησης παρουσιάζουν μια αυταρχικότητα που καταλήγει σε ολοκληρωτισμό. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο καθυποτάσσουν τον άνθρωπο κατά το δοκούν. Η μαζική κουλτούρα δεν είναι δημιουργία της μάζας, αλλά ένας μηχανισμός χειραγώγησης, προϊόν βιομηχανικό, προορισμένο για τις μάζες. Προϊόν της βιομηχανίας της κουλτούρας.
Στα πλαίσια της μονοδιάστατης σκέψης και ζωής το «κενό» στην καθημερινότητα του ατόμου (ο προσωπικός του χρόνος) καλύπτεται από τις εκφάνσεις τις μαζικής κουλτούρας, μέσα στην αποπνικτική κοινωνία της αφθονίας: τηλεόραση, ραδιόφωνο, κινηματογράφος κ.α.. Μια μαζική κουλτούρα που μεταφέρει ιδέες και πεποιθήσεις με τη μορφή ενός προϊόντος, ενός εμπορεύματος που αισθητικοποιεί την ανορθολογικότητα του τεχνολογικού ορθολογισμού. Η μαζική κουλτούρα ταυτίζεται με την ανορθολογικότητα του ατόμου και ενισχύει την άλογη τυποποιημένη χωρίς φαντασία σκέψη του. Προσφέρει «φυγή από την πραγματικότητα και προετοιμασία για μια ακόμη εργάσιμη μέρα… όντας ο πιστός συνοδοιπόρος της καπιταλιστικής βιομηχανίας παραγωγής»[17].



[1] Αυτός που ασχολήθηκε περισσότερο με το συγκεκριμένο θέμα ήταν ο Αντόρνο με έργα όπως η «Αισθητική Θεωρία», «Σύνοψη της πολιτιστικής βιομηχανίας», «Minima Moralia» κ.α.
[2] Βλ. «Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα», εκδ. Ύψιλον.
[3] Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ διατυπώνουν: «Εμφαντικές διαφοροποιήσεις, όπως μεταξύ ταινιών Α και Β κατηγορίας […], χρησιμεύουν στη ταξινόμηση, στην οργάνωση και την καταγραφή των καταναλωτών. Για όλους έχει προβλεφθεί κάτι, ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει κανείς».
[4] Ν.Τσόμσκι, Δύο Ώρες Διαύγειας, σελ. 23.
[5] Χαρακτηριστικά, οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ σημειώνουν: «Τα ταλέντα ανήκουν στο κύκλωμα πολύ πριν αυτό τα παρουσιάσει: αλλιώς δεν θα εντάσσονταν με τόσο ζήλο».
[6] Το τέλος της τέχνης δεν είναι όρος που εισήχθη από τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Έχει ήδη αναφερθεί από τον Χέγκελ, τον Σίλερ κ.α.
[7] Χ. Μαρκούζε, Αντεπανάσταση και Εξέγερση, σελ. 112.
[8] «Σε έργα όπως το «Έρως και Πολιτισμός» ή «Ο σοβιετικός μαρξισμός», ο Μαρκούζε εναποθέτει εξαιρετικά μεγάλες ελπίδες στην ανατρεπτικότητα της υψηλής κουλτούρας και της μεγάλης τέχνης. Όταν οι ελπίδες αυτές δεν εκπληρώθηκαν, οδηγήθηκε στη πολιτική απαισιοδοξία του έργου «Ο μονοδιάστατος άνθρωπος». Κατόπιν, με το ξέσπασμα των πολυσχιδών καλλιτεχνικών εξεγέρσεων τη δεκαετία του 1960, ο Μαρκούζε υμνεί πάλι το επαναστατικό δυναμικό της εναντιωτικής τέχνης («Δοκίμιο για την απελευθέρωση»). Απογοητευμένος έπειτα, στρέφει τη κριτική του στην «αντι-τέχνη» και ξαναγυρίζει στην υπεράσπιση της υψηλής κουλτούρας («Αντεπανάσταση και εξέγερση», «Αισθητική διάσταση»)» σημειώνει ο Ντάγκλας Κέλνερ στο επίμετρό του «Η αισθητική διάσταση, Για μια κριτική της μαρξιστικής αισθητικής», σελ. 79.
[9] Ο Μαρκούζε επιλέγει να πραγματεύεται την έννοια της κουλτούρας, που είναι γενικότερη από εκείνη της τέχνης. Αναγνωρίζει στη κουλτούρα τη δυνατότητα πραγμάτωσης μιας συμφιλίωσης με τη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και την αυτονομία της, αφού υπερβαίνει τα όρια της κοινωνίας βρισκόμενη στη σφαίρα του υπερβατικού.
[10] Χ. Μαρκούζε, Δοκίμιο για της απελευθέρωση, σελ. 20.
[11] «Η αντεπανάσταση έχει αγκυροβολήσει μέσα στην ενστικτική δομή των ανθρώπων» (Χ. Μαρκούζε, Δοκίμιο για την απελευθέρωση, σελ. 25).
[12] Η πραγμάτωση της υπέρβασης τελείται στον ιδιωτικό χώρο του αισθητικού και την απολαμβάνουν αυτοί οι οποίοι θέλουν να αποφύγουν την υπάρχουσα πραγματικότητα. «Η ανυπότακτη ιδέα γίνεται ένας συνεργάτης της δικαιολόγησης. Το γεγονός ότι υπάρχει ένας ανώτερος κόσμος, ένα ανώτερο αγαθό από την υλική ύπαρξη κρύβει την αλήθεια, ότι θα μπορούσε δηλαδή να δημιουργηθεί μια καλύτερη υλική ύπαρξη στην οποία θα πραγματωνόταν αυτή η ευτυχία» (Χ. Μαρκούζε, Αρνήσεις, σελ. 92). «Πρόκειται για εκείνη τη κουλτούρα της αστικής εποχής που οδηγεί στην απόσπαση του κόσμου του πνεύματος και της ψυχής από τον πολιτισμό και στην ανύψωσή του πάνω από αυτόν. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της έγκειται στη διακήρυξη για την ύπαρξη ενός καθολικά δεσμευτικού, αιώνια καλύτερου και πιο αξιόλογου κόσμου, που πρέπει να γίνει δεκτός χωρίς όρους: ενός κόσμου που διαφέρει ουσιαστικά από τον πραγματικό κόσμο του καθημερινού αγώνα για την ύπαρξη» (Χ. Μαρκούζε, Αρνήσεις, σελ. 66).
[13] Συλλογικό, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, σελ 30, 12, 38 Η ενσωμάτωση της κουλτούρας στην πραγματικότητα του πολιτισμού οδήγησε και στην εξομοίωση τους. Ο Μαρκούζε όταν αναφέρει την έννοια της κουλτούρας (Kultur) κάνει λόγο για την υψηλότερη πνευματική σφαίρα του ανθρώπου ενώ με τη λέξη πολιτισμός (zivilisation) αναφέρεται στη σφαίρα της κοινωνικής πραγματικότητας της προηγμένης βιομηχανικής κοινωνίας. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική καθώς κατα-ε-νοείται στο ευρύτερο πλαίσιο της σκέψης του για την κοινωνία του «είναι» με την κοινωνία του «πως θα έπρεπε να είναι». Για την μελλοντική κοινωνία της απελευθέρωσης.
[14]Χ. Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, σ.237
[15]Χ. Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, σ.235
[16]Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ διατυπώνουν (όπως και παραπάνω): «Οι βαθμολογημένες διαφοροποιήσεις όπως αυτή των Α-Β κινηματογραφικών ταινιών εξαρτώνται […] από την ταξινόμηση, την οργάνωση και τον χαρακτηρισμό των καταναλωτών», Αντόρνο, Χορκχάιμερ Διαλεκτική του Διαφωτισμού, σελ. 144
[17] Συλλογικό, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, σελ 23

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)