Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Όλα όσα σου λέω είναι ψεύτικα

 Θοδωρής Τζίμας


Είναι δύσκολες οι εποχές μωρό μου. Δεν είναι για εμάς. Υπεραξία παντού. Υπεραξία στα χρήματα, στα ακίνητα, υπεραξία και στο συναίσθημα. Τέτοιοι άνθρωποι γίναμε. Τέτοια κοινωνία θέλαμε. Μια κοινωνία με πλαστικά χαμόγελα, πλαστικές γυναίκες, πλαστικά λουλούδια. Πλαστικά συναισθήματα. Στην πραγματικότητα δεν είμαστε πλέον άνθρωποι. Ήμασταν κάποτε, αλλά χάσαμε τον δρόμο μας. Και τι απογίναμε; Ένα μάτσο σάρκας που κατασπαράζει άλλες σάρκες για να επιβιώσει. Για να μεγαλώσει το εγώ του. Για να κρύψει τις ενοχές του και να συνεχίσει να σέρνεται. Χαρακτηριστικό όμως του ανθρώπου είναι πρώτα από όλα να αισθάνεται, όχι να γαμάει.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Εγκλωβιστήκαμε στην ταπεινή μας φύση. Προσκυνήσαμε σε αγελαία ένστικτα. Και χωρίς να το καταλάβουμε, μια αναλαμπή κτηνώδους απόλαυσης έγινε ο αυτοσκοπός της ύπαρξής μας. Μόνο αυτό μας άξιζε. Γιατί πιστέψαμε ότι σεξουαλική απελευθέρωση είναι να ιδρώνεις συνεχώς δίπλα σε διαφορετικούς ανακυκλώσιμους συντρόφους. Δεν καταλάβαμε ότι το μέσο ζευγάρι έκανε πλέον σεξ με ανοιχτά τα φώτα κι αυτό ήταν η αληθινή σεξουαλική απελευθέρωση. Ονομάσαμε τις γυναίκες πουτάνες και τους άντρες σεξιστές. Δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι ίσως είναι ανάποδα: αρσενικές πουτάνες και γυναίκες που υποτιμούν το φύλο τους.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Παρεκτραπήκαμε και πιστέψαμε πως το να καταναλώνεις ανθρώπους είναι περίπου το ίδιο σαν να καταναλώνεις αντικείμενα. Γι’ αυτό εσύ που με ακούς μωρό μου, συνέχισε να αναζητάς την σάρκα. Δες τον άνθρωπο σαν κρέας μήπως και ξεχάσεις ότι έτσι έχεις γίνει ήδη κι εσύ κρέας.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Ξοδευτήκαμε σε ανώφελες επιφανειακές σχέσεις. Δεν ήμασταν εμείς. Ήταν ο καλός μας εαυτός. Ήταν το κρέας. Ήταν αυτό που ήθελε ο άλλος να δει. Κι αυτό που θέλαμε εμείς να πιστέψουμε ότι είμαστε. Η επανάστασή μας είναι ότι ξεπεράσαμε την ηθική των γονιών μας. Ότι τώρα κοιμόμασταν με όποιον γουστάραμε. Αρκετά βολική επανάσταση…

Χάσαμε τον εαυτό μας. Προσπαθήσαμε όμως. Τον αναζητήσαμε μάταια σε δεκάδες ερωτικούς συντρόφους. Κι όσο ψάχναμε, τόσο περισσότερο χανόμασταν. Δεν θυμόμαστε ποιοι ήμασταν. Λέμε ότι μας αλλοτρίωσε η εργασία, αλλά μόνοι μας προσπεράσαμε τον εαυτό μας. Σχεδόν τον απαρνηθήκαμε. Κάθε φορά φορούσαμε κι ένα νέο κοστούμι. Τώρα πια ξεχάσαμε ότι γεννηθήκαμε γυμνοί. Μην με ακούς μωρό μου. Εσύ ψάξε για την επόμενη σάρκα. Έτσι κι αλλιώς, δεν σου έμεινε τίποτα άλλο να χάσεις. Και όχι, δεν χάσαμε κανέναν δρόμο. Γιατί δρόμος δεν υπάρχει. Τον δρόμο τον φτιάχνεις προχωρώντας. Μην σε νοιάζει. Εξάλλου ούτε εγώ με γνωρίζω πλέον. Όλα όσα σου λέω μωρό μου είναι ψεύτικα. Όπως κι οι οργασμοί μας.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η δυνατότητα να επιλέγεις τα αφεντικά σου δεν παραγράφει το γεγονός ότι είσαι δούλος ...ή απλώς, προσπερνώντας τις εκλογές


Θοδωρής Τζίμας


«Όποιος ψηφίσει και δεν προετοιμάσει την κοινωνική επανάσταση είναι για εμάς βλαβερός, αλλά το ίδιο βλαβερός είναι και όποιος απέχει από τις εκλογές και δεν προετοιμάσει την κοινωνική επανάσταση» (B.Durruti 1896-1936)

 Φωτογραφία: Χρ.Μαρκαντώνης



     Ο τόπος δεν πήγαινε καλά έτσι κι αλλιώς. Όχι ότι άλλαξε τίποτα τα τελευταία χρόνια στη πολιτική σκηνή. Οι κομματικοί σχηματισμοί και η πολιτική της εξουσίας δεν άλλαξαν σχεδόν καθόλου. Αντίστοιχα, η οικονομία δεν είναι φυσικό φαινόμενο, δεν συνέβη έτσι απλά. Οπότε κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ξεγελάστηκε. Παρόλα αυτά, η κοινωνία ζητούσε επίμονα εκλογές. Και το πέτυχε. Φτάσαμε λοιπόν στην ημερομηνία φετίχ (μέρες δημοκρατίας γαρ): 6 Μαΐου.

     Το παράδοξο είναι ότι όντως η κοινωνία πείθεται από την ανωτέρω ρητορεία που θέλει τις εκλογές να είναι η λύση του προβλήματος. Πιστεύει ότι οι εκλογές είναι μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να εκδηλώσει την συσσωρευμένη αγανάκτησή της ή να προκρίνει ένα «νέο» πολιτικό σχηματισμό (που μόνο κατ’επίφαση θα φέρει την ποιοτική αλλαγή).

     Όμως, ακόμα κι έτσι, η ψήφος χρησιμοποιείται με την παραδοσιακή μορφή που είχε πάντα: ψήφος τιμωρίας ή ψήφος ανοχής. Σε άλλες περιπτώσεις προχωρημένης λοβοτομής, οι ψηφοφόροι είναι οπαδοί που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους οπαδούς των ποδοσφαιρικών ομάδων. Εξάλλου, ο βαθμός συμμετοχής και των δύο στις εσωτερικές διαδικασίες είναι ίδιος: απλοί χειροκροτητές, που κάθονται στη κερκίδα και επιδοκιμάζουν τα τεκταινόμενα στον αγωνιστικό χώρο. Βέβαια, δεν γίνεται λόγος για συνδιαμόρφωση, ουσιαστική παραγωγή πολιτικής και οριζόντιο διάλογο για σχηματισμό πολιτικής ταυτότητας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, εφόσον ο κοινοβουλευτισμός θέτει πολύ στενά τα όρια ανάπτυξης δημοκρατικών διαδικασιών.


     Ωστόσο, η ψήφος του καθενός είναι ορισμένου πολιτικού βάρους. Όντως υπάρχουν εποχές και ιστορικές συγκυρίες που η ψήφος μπορεί να σημαίνει κάτι ελάχιστο. Για παράδειγμα, ποιος μπορεί να αρνηθεί εύκολα ότι στις εκλογές του 1932 στη Γερμανία, που εδραίωσαν τον Χίτλερ στην εξουσία, δεν θα ψήφιζε εναντίον του ναζισμού; Αντίστοιχα, κατά αναλογία βέβαια, η εικόνα ενός διασωθέντα δικομματισμού ή η παραχώρηση εδάφους στις συμμορίες της άκρας δεξιάς είναι ζήτημα προβληματισμού. Ενδεχομένως, η ψήφος στις φετινές εκλογές φαίνεται (για πρώτη φορά από το ’74) να έχει μια κάποια σημασία. Ο καθένας λοιπόν αναλαμβάνοντας την πολιτική και ατομική ευθύνη επιλέγει συνειδητά τα μέσα με τα οποία θα πάρει μέρος σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο. Παρόλα αυτά, μην τρέφουμε αυταπάτες, οι εκλογές ασχέτως από το χρονικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται δεν πρέπει να υπερτιμούνται. Είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο και σε καμιά περίπτωση δεν καθαγιάζονται ανάλογα από τις εκάστοτε συγκυρίες. Στη κατεύθυνση μιας μικρής αποδόμησης της εκλογικής διαδικασίας παρακάτω τίθενται κάποια σημεία ενδεικτικά της φύσης πάνω στην οποία οργανώνεται η σύγχρονη κοινωνία.


Είναι οι εκλογές δημοκρατία;



   Όχι. Τόσο απλά και τόσο κάθετα. Οι εκλογές αναδεικνύουν ένα μοντέλο που αναγνωρίζει ως μόνη κι αιώνια αλήθεια την πολιτική δεινότητα. Εν ολίγοις, προάγουν ως αξίωμα την ύπαρξη «ειδικών», ανθρώπων «που ξέρουν», ανθρώπων ικανών και μάλιστα ικανότερων από όλους τους άλλους. Αναδεικνύουν ειδήμονες της πολιτικής. Εξάλλου, μόνο και μόνο ο όρος «πολιτικός» ξεχωρίζει λίγα πρόσωπα από το σώμα της κοινωνίας υπονοώντας ότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε κατά κάποιον τρόπο «μη πολιτικοί».

    Αλλά ας κάνουμε μια αναγωγή στην ιστορία. Η αρχαία Σπάρτη είχε ένα πολιτειακό σύστημα που βασιζόταν στην εκλογή 30 βουλευτών, οι οποίοι κυρίως προέρχονταν από την τάξη των ευγενών. Κατόπιν ορίζονταν οι πέντε έφοροι. Αυτό το σύστημα δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να το χαρακτηρίσουμε «ολιγαρχία». Για κάποιον λόγο όμως δεν κάνουμε το ίδιο με το σημερινή πολιτειακή οργάνωση (εκλογή αρχόντων –ευγενών, κατά κανόνα–, ψηφοδέλτια επικρατείας). Αντίθετα, αξιώνουμε την αρχαία Αθήνα ως γενεσιουργό της δημοκρατίας. Όμως, οι Αθηναίοι δεν θεωρούσαν σε καμιά περίπτωση ότι οι άρχοντες εκλέγονται. Μάλιστα, αντιμετώπιζαν τις εκλογές ως έναν θεσμό ξεκάθαρα αριστοκρατικό. Ακόμη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι εκλογές αναδεικνύουν τους ειδήμονες της πολιτικής, πράγμα αδιανόητο για έναν δημοκράτη Αθηναίο. Όπως αδιανόητη είναι η έννοια της αντιπροσώπευσης.

    Η δημοκρατία μπορεί ενίοτε να χρησιμοποιεί εκπροσώπους (μόνο για πρακτικούς λόγους), ποτέ όμως αντιπροσώπους. Η αντιπροσώπευση ενέχει μέσα της την έννοια της αλλοτρίωσης και της εκ βάθρων ετεροθέσμισης κι ετερονομίας. Αυτό συμβαίνει εκ των πραγμάτων, όταν η κοινωνία αναθέτει την άσκηση εξουσίας σε ορισμένα μέλη της. Πιο απλά και σχηματοποιημένα: δημοκρατία σημαίνει «αποφασίζουμε όλοι» και όχι «εκλέγουμε ποιοι θα αποφασίζουν». Η δυνατότητα του να σου κάνουν την τιμή κάθε 4 χρόνια να προσέρχεσαι στις κάλπες για να εγκρίνεις όσα έχουν προαποφασιστεί ατιμάζει τον όρο «δημοκρατία».



Τι επιδιώκει η εξουσία με τις εκλογές



    Οι εκλογές και πάλι θα λειτουργήσουν κατευναστικά. Είναι το τελευταίο χαρτί που έχει μια κυβέρνηση στα χέρια της. Και σε μικρογραφία ακόμα, πχ. φοιτητικές εκλογές, οι εκλογές ήταν ανέκαθεν ένα μέσο εκτόνωσης. Από την άλλη, η ανάγκη να εκφραστεί η βούληση του κόσμου στη κάλπη είναι κατασκευασμένη. Είναι ένας εύγλωττος τρόπος να κρύψει η εξουσία τις ανομίες της ή ακόμα και να τις νομιμοποιήσει μέσω της «λαϊκής εντολής». Εξάλλου, πρόσφατα παραδείγματα απέδειξαν ότι, όταν χρειαστεί, η περίφημη λαϊκή βούληση καταστρατηγείται σε μια νύχτα. Και κανείς δεν πρέπει να πει κουβέντα γι αυτό.

    Αυτό λοιπόν που επιδιώκει η εξουσία με κάθε λογής εκλογές είναι η εκ νέου χορήγηση ασυλίας. «Κάναμε λάθη, τώρα όμως σοβαρά και υπεύθυνα καλούμε τον κυρίαρχο λαό να προσέλθει μαζικά στις κάλπες να εκφράσει την θέλησή του (και μετά να το βουλώσει)». Γιατί έτσι συνηθίζεται να αντιμετωπίζει η κοινωνία και τα κόμματα τις εκλογές: ως μια απενοχοποιημένη διαδικασία που θέλει τον πολίτη υπήκοο που θα τραβολογιέται στις κάλπες μία φορά στα τέσσερα χρόνια και μετά θα επιστρέφει ξανά στην τηλεόρασή του.

     Με αυτόν τον τρόπο, η εξουσία θα επιχειρήσει μία ακόμη φορά να λειάνει τις αντιφάσεις που η ίδια προκαλεί. Ο σκοπός είναι να εξασφαλίσει την συναίνεση και ταυτόχρονα να αντιστρέψει το περιρρέον κλίμα της κοινωνικής βάσης. Ουσιαστικά, επιδιώκει την πρόσκαιρη ψυχολογική ανάταση της κοινωνίας μέσω της οποίας θα εδραιώσει ξανά την κυριαρχία της, θα αμβλύνει την οργή του κόσμου και εν τέλει να αντιστρέψει το κλίμα υπέρ της κατευνάζοντας την οξυνόμενη δυσαρέσκεια.

    Προφανώς, οι φετινές εκλογές δεν γίνονται στο επιθυμητό για την εξουσία περιβάλλον. Είναι περισσότερο ένα μεταβατικό στάδιο που απαιτείται για να επανέλθει η κοινωνία στη γνώριμη παθητική στάση που επιθυμεί η εξουσία, ώστε να διαχειρίζεται καλύτερα τις καταστάσεις. Όμως, ακόμη κι έτσι, οι εκλογές είναι βάλσαμο για τους ντόπιους εξουσιαστές.



Τι επιδιώκει το εκλογικό σώμα



    Σε γενικές γραμμές, τίποτα. Το εκλογικό σώμα γνωρίζει ότι οι εκλογές στην ουσία δεν αλλάζουν τίποτα. Η πεποίθηση αυτή έχει ενταθεί τον τελευταίο χρόνο που έγινε σαφές ότι η πολιτική δεν έχει καμία όρεξη να ξεμπλέξει από τον καπιταλισμό και οι συζητήσεις γίνονται γύρω από το πώς θα σωθεί αυτό το μοντέλο, ώστε να γυρίσει η κοινωνία στην εποχή που ήταν παχιές οι αγελάδες. Μόνο αυτό είναι το διακύβευμα. Το εκλογικό σώμα γνωρίζει ότι οι υπογραφές των τελευταίων ετών ως αποκορύφωμα των πολιτικών επιλογών που ακολουθούνταν τόσα χρόνια ήρθαν για μείνουν. Η πολιτική και των επόμενων ετών έχει ήδη χαραχθεί και τα πλαίσιά της είναι προκαθορισμένα, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Αυτό το γνωρίζει το εκλογικό σώμα. Κι επιμένει να ψηφίζει και να στηρίζει είτε πολιτικές που συνδικαλίζονται τους όρους τήρησης του προγράμματος είτε που θα συγκυβερνήσουν για να εξασφαλίσουν την τήρησή του.



Εκλογικό σώμα και πολιτικοί: βρείτε τις διαφορές



    Όμως, για να είμαστε δίκαιοι: οι πολιτικοί που τόσα χρόνια ασελγούσαν πάνω στον κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό δεν είναι κάτι εξωκοινωνικό ούτε έπεσαν από το φεγγάρι. Προέρχονται από την ίδια μήτρα, την κοινωνία. Ξεπήδησαν, αναδείχθηκαν και εδραιώθηκαν μέσα από τους κόλπους της υπάρχουσας κοινωνίας χρησιμοποιώντας εργαλειακά όλες της τις παθογένειες. Πολύ περισσότερο, προέκυψαν από γνώριμες διαδικασίες για τις οποίες τώρα η κοινωνία δεν μπορεί να νίπτει τας χείρας της. Οι διαδικασίες αυτές κορυφώνονται και αποτυπώνονται πλήρως στην περί ου ο λόγος πολιτική πρακτική: τις ΕΚΛΟΓΕΣ. Η κοινωνία στάθηκε δίπλα στους πολιτικούς με περισσή υπερηφάνεια, τους στήριξε, τους ψήφισε, τους χειροκρότησε, τους υπεραμύνθηκε όταν χρειάστηκε. Αντίστοιχα, το ίδιο θα ισχύει και μετά την 6η Μάη (σε μικρότερο βέβαια βαθμό). Ποιον να κατηγορήσουμε λοιπόν;

     Κάθε λαός έχει τον ηγέτη που του αξίζει. Οι πολιτικοί που κυβέρνησαν τόσα χρόνια (και θα κυβερνήσουν άλλα τόσα) ήταν μια αντανάκλαση της κοινωνίας. Αντικατόπτριζαν ακριβώς την εικόνα που είχε ο νεοέλληνας για τον εαυτό του, αλλά και τις κρυφές του επιδιώξεις. Κάπως έτσι, ο Α. Παπανδρέου ταίριαζε γάντι στους ανανεωτικούς φιλελεύθερους του ’80, ο Σημίτης στους επίδοξους ευρωπαϊστές, ο Καραμανλής στον μάτσο νεοέλληνα και πάει λέγοντας. Κι αυτό είναι μόνο η επιφάνεια. Στην πραγματικότητα όλο το πολιτικό σκηνικό στήθηκε με την ίδια πάνω-κάτω λογική. Η οργανωτική δομή της εξουσίας εμπεριείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που καθόρισαν την κοινωνία της μεταπολίτευσης κι έπειτα.



Οι επικείμενες εκλογές της 6ης Μαΐου



     Θέλετε όμως να μιλήσουμε συγκεκριμένα για τις ερχόμενες εκλογές; Ωραία λοιπόν. Ο καπιταλισμός και ο,τι συγκροτεί αυτό το σύστημα αναμένει τις εκλογές από τον Σεπτέμβρη. Η ρητορική των κομμάτων κινείται πάνω στον άξονα της (προ)εκλογικής διαδικασίας εδώ και μήνες, λες και οι εκλογές είναι η πεμπτουσία της πολιτικής δραστηριότητας. Οι συμμαχίες, τα διλλήματα, οι ελιγμοί, η εικόνα των πολιτικών κομμάτων τον τελευταίο καιρό αποδεικνύει ακριβώς το παραπάνω. Ο Σαμαράς κάνει την μια κωλοτούμπα μετά την άλλη, το ΠΑΣΟΚ αντιπολιτεύεται τον εαυτό του, ο ΛΑΟΣ έχει χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, το ΚΚΕ είναι το γνωστό ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ παλινδρομεί μεταξύ ΕΕ και ριζοσπαστικής ρητορείας, ενώ σύσσωμη η πολιτική σκηνή επιδίδεται σε έναν αγώνα δρόμου για μεταγραφές ποδοσφαιρικού τύπου.

    Δηλώσεις επαναστατικότητας του τύπου «εμάς δεν μας ενδιαφέρουν τα ποσοστά» και άλλα τέτοια περίεργα θα έπρεπε εξ ορισμού να απορρίπτονται. Αν δεν σε ενδιαφέρουν τα ποσοστά, δεν κατεβαίνεις σε τέτοιες διαδικασίες. Αν δεν σε ενδιαφέρουν τα ποσοστά, θα πρέπει να μην σε απασχολήσει ιδιαίτερα το 2,9% και να έχει για σένα την ίδια αξία με το 3%. Αν δεν σε ενδιαφέρουν τα ποσοστά, δεν υπάρχει προεκλογική περίοδος (και τα παρελκόμενα αυτής) ούτε κάνεις εσωτερικά συμβούλια και συνεδριάσεις μετεκλογικά για να δεις τι έχουν τα έρμα και ψοφούν. Κατεβαίνοντας κανείς σε μια εκλογική διαδικασία προφανώς αποζητά θετικά αποτελέσματα, επιδιώκει την αύξηση των ποσοστών του και μπαίνει στον γαϊτανάκι της προσέλκυσης ψηφοφόρων με ο,τι αυτό σημαίνει. Οπότε ας αποδεχθεί ότι έχει ενσωματώσει μέσα του την καθετότητα στην οργάνωση, ότι επιδιώκει την αλλαγή συσχετισμών κι ότι αναβάλλει την ποιοτική αλλαγή προκρίνοντας μια ρεφορμιστική εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος, το οποίο ούτε αρνείται ούτε έχει σκοπό να καταργήσει. Το πολύ πολύ να παίξει τον ρόλο του αναχώματος ή να βελτιώσει ένα σύστημα που εξ ορισμού δεν αλλάζει. Αυτή όμως είναι μια στάση πολύ πιο ειλικρινής κι ενδεχομένως πιο αποδοτική εκλογικά.

     Όμως, ας δούμε το θέμα πιο συζητήσιμα και διαλλακτικά. Έστω ότι υιοθετεί κανείς την αντίληψη ότι η αντιπροσώπευση είναι μονόδρομος. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επιλέξει από μια γκάμα πολιτικών θέσεων. Η παλέτα λοιπόν του ντόπιου ψηφοφόρου είναι η εξής: -ΝΔ, ένα υπερσυντηρητικό νεοφιλελεύθερο κόμμα που πρώτα διέγραψε αυτούς που ψήφισαν το μνημόνιο και μετά αυτούς που δεν το ψήφισαν, που η ίδια πολιτική του μήτρα ευρωπαϊκά, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το κατηγορεί ότι δεν συμπεριφέρεται αρκετά …δεξιά. -ΠΑΣΟΚ, ένα επίσης νεοφιλελεύθερο κόμμα που διατείνεται ότι είναι σοσιαλιστικό, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο σοσιαλιστικό στοιχείο που έχει είναι το «ΣΟ» στο όνομα. -ΚΚΕ, ένα συγκεντρωτικό κακέκτυπο του σταλινισμού που νομίζει ότι βρίσκεται ακόμη στη παρανομία και θυμίζει υποκατάστημα που λειτουργεί, αν και τα κεντρικά έχουν κλείσει. -ΣΥΡΙΖΑ, ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που ελάχιστα παρεκκλίνει από την νομιμότητα και μοιάζει διστακτικό ή άτολμο όντας με το ένα πόδι στο κίνημα και το άλλο στην ΕΕ και τον κοινοβουλευτισμό. -Λοιπή αριστερά, ένα χωνευτήρι ασαφών ιδεών χωρίς αρχή, μέση και τέλος, ανίκανη συνήθως να συσπειρώσει σε μια κοινή συνισταμένη έναν σεβαστό αριθμό ανθρώπων, αλλά ακόμα κι όταν το κάνει, διασπάται. -ΛΑΟΣ, ένα κατά βάση τηλεοπτικό, πατριωτικό κόμμα που από τότε που έχασε τους αστέρες του κινδυνεύει να μείνει εκτός βουλής όντας αδύναμο να πείσει και τον πιο συντηρητικό ψηφοφόρο. -Λοιπή ακροδεξιά, μια παρακρατική συμμορία που ευθύνεται για πάμπολλες δολοφονικές επιθέσεις και που ελέω κρίσης βρήκε ευκαιρία να διακηρύξει μισάνθρωπικες ιδέες και, αν δεν λειτουργούσε ως ανάχωμα του συστήματος, θα είχε τεθεί εκτός νόμου και έναν ξεχασμένο υπερσυντηρητικό πολιτικό, ο οποίος έχει δημιουργήσει τέτοιο μωσαϊκό στα ψηφοδέλτια του που χρίζει ανθρωπολογικής μελέτης. Αν καμία από τις παραπάνω θαυμαστές επιλογές δεν καλύπτει το εκλογικό σώμα, τότε δεν μιλάμε καν για αντιπροσωπευτικό μοντέλο άσκησης εξουσίας. Η ταύτιση στο περίπου συνιστά από μόνη της περαιτέρω αλλοτρίωση.



Οι εκλογές σαν δούρειος ίππος



     Η άποψη ότι εισέρχεται κανείς στις διαδικασίες του συστήματος, αν και διαφωνεί με αυτό, για να το διαβρώσει εκ των έσω είναι μάλλον παρωχημένη. Η πιο εξόφθαλμη περίπτωση είναι οι ευρωεκλογές και το ευρωκοινοβούλιο. Κομμάτια της αριστεράς διατείνονται την διάλυση της ΕΕ και του ευρωκοινοβουλίου, όμως παρόλα αυτά κατεβαίνουν στον εκλογικό στίβο υπερμαχόμενοι την λογική του δούρειου ίππου. Όταν αρνείσαι το δοσμένο σύστημα το απορρίπτεις σε κάθε του πτυχή. Κανείς δεν κατατάχθηκε στην αστυνομία για να την αλλάξει (πόσο μάλλον για να την καταργήσει), οπότε γιατί να το κάνει με τον κοινοβουλευτισμό;

     Στη πραγματικότητα, εντοπίζεται εδώ μια αντίφαση. Άνθρωποι, που διατείνονται στη καθημερινή πολιτικάντικη ρητορεία τους ότι οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα, είναι ακριβώς οι ίδιοι που θα καθηλωθούν το κυριακάτικο βράδυ της 6ης Μαΐου μπροστά από τις οθόνες των τηλεοράσεων για τα exit polls. Επομένως, οι εκλογές δεν έχουν καμία άλλη λειτουργία πέρα από αυτή που έχουν για κάθε άλλο «αστικό» κόμμα. Κατά αναλογία, όλα τα κόμματα, δεξιά κι αριστερά, ενεργούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο στησίματος, προετοιμασίας και μετεκλογικής επεξεργασίας των εκλογικών αποτελεσμάτων. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν η συλλογή ψήφων γίνεται αυτοσκοπός; Όταν οι υποψήφιοι εξουσιαστές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ μοιράζουν προεκλογικό υλικό στα καφενεία, είναι ψηφοθήρες. Όταν τα μικρότερα κόμματα κάνουν το ίδιο, γιατί λέγεται «διακίνηση ιδεών»; Ας μην γελιόμαστε. Οι εκλογές είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο και δεν αλλάζει. Ή παίζεις με τους όρους του παιχνιδιού ή δεν παίζεις καθόλου.



Επανάσταση ή Μεταρρύθμιση;



    Στο δίλημμα Επανάσταση ή Μεταρρύθμιση πρέπει η κοινωνία να διαλέξει πλευρά. Ή συστρατευόμαστε για μια πρόσκαιρη βελτίωση της καθημερινής επιβίωσης εντός του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτισμού ή γυρίζουμε την πλάτη στις διαδικασίες του εξουσιασμού και επιδιώκουμε την ρήξη με τον κοινοβουλευτισμό. Προφανώς οποιαδήποτε προσπάθεια ελάφρυνσης από τη καταπίεση πρέπει να επιδιώκεται. Όταν όμως μιλάμε για (λίγη ή πολλή) καταπίεση μιλάμε για το ίδιο εξουσιαστικό μοντέλο. Η εκμετάλλευση, η καταπίεση και η εξουσιαστική ηθική είναι κομμάτια του καπιταλισμού. Επομένως, κινούμενοι στα πλαίσια του καπιταλισμού πρέπει να γνωρίζουμε ότι όσο κι αν το μεταρρυθμίσουμε, αυτό το σύστημα παραμένει σαθρό. Αργά ή γρήγορα, οι μεταρρυθμίσεις θα έρθουν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της εξουσίας και της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας και μοιραία θα υποχωρήσουν. Οπότε πάντα θα ανακύπτει η αναγκαιότητα της επανάστασης. Όσες φορές κι αν ο καπιταλισμός οπισθοχωρούσε (συνειδητά), ανασυντασσόταν και επέστρεφε. Παραδόξως, το κίνημα φάνηκε αρχικά να αγνοεί ότι ο καπιταλισμός με τις αντιφάσεις που δημιουργεί ακολουθεί κυματοειδή πορεία. Έχει τα πάνω του και τα κάτω του. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι υπάρχει καλός και κακός καπιταλισμός. Αν δεν απαλλαγούμε από αυτό το σύστημα, όσο και να το καλλωπίζουμε πάντα ίδιο θα μένει. Ενδιάμεσα στάδια δεν υπάρχουν. Ποτέ δεν υπήρξαν. Κανένας αγωνιστής δεν μπορεί να αναβάλλει για δεύτερη φάση τον κοινωνικό μετασχηματισμό.



Στο δια ταύτα



Το μόνο σίγουρο είναι ότι το ζήτημα δεν είναι η αποχή από τις εκλογές ή το άκυρο. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Εξάλλου, μεγάλη μερίδα ανθρώπων απέχει διότι είτε είναι απαθής είτε αδυνατεί να προσέλθει στα εκλογικά κέντρα. Κατά συνέπεια, κάποιος που απέχει και την επόμενη μέρα συνεχίζει να σκύβει το κεφάλι και να βλέπει τηλεόραση πετυχαίνει ακόμη λιγότερα από όσα πέτυχε ένας ψηφοφόρος. Με άλλα λόγια, αυτός που δεν ψηφίζει επειδή απλά βαριέται να τραβολογιέται στα εκλογικά κέντρα περισσότερο συμβάλλει στην αντεπανάσταση παρά στη κοινωνική αλλαγή. Ομοίως πράττουν όσοι πχ. ψηφίζουν αριστερά κόμματα και μετά αράζουν για μια 4ετία. Δεν έχει κανένα νόημα να πάρει ένα μεγάλο ποσοστό η αριστερά, αν στον δρόμο, στις διαδηλώσεις κι εν γένει στις κινηματικές διαδικασίες υπάρχει ισχνή συμμετοχή. Μένουν άλλες 364 μέρες που αποδεικνύονται πολύ πιο σημαντικές για το κίνημα. Αυτό που πρέπει πρωτίστως να αλλάξουμε είναι αυτό που έχουμε μέσα μας. Είτε ψηφίσει είτε όχι κανείς, σημασία έχει ο βαθμός στον οποίο ο ίδιος επιθυμεί και επιδιώκει την κοινωνική απελευθέρωση.

Το άκυρο ή η αποχή δεν άλλαξαν τον κόσμο, όπως δεν τον άλλαξαν κι οι εκλογές. Τον κόσμο τον αλλάζει η κοινωνία. Αυτό που έχει σημασία είναι το συνειδητό προσπέρασμα των εκλογών και η επιδίωξη των καθημερινών κοινωνικών αγώνων. Μόνον τότε μιλάμε για πολιτική πράξη. Σίγουρα, ό,τι κάνει κανείς σήμερα δεν είναι αρκετό για αύριο. Είναι όμως απαραίτητο. Όποιος αγωνίζεται για την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού γνωρίζει ότι η επανάσταση ούτε εκλέγεται ούτε περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Προπαντώς γνωρίζει οτι μια ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να διαχειρίζεται της τύχες μια ολόκληρης κοινωνίας. Ο μόνος που μπορεί άμεσα να διαχειριστεί τις υποθέσεις μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Επομένως, δεν γίνεται παρά να προτάξουμε την αυτο-οργάνωση και την αλληλεγγύη. Να αναδείξουμε ότι ο κοινωνικός πόλεμος δεν γίνεται τη Κυριακή των εκλογών, αλλά κάθε μέρα. Είναι ένας πόλεμος που δεν εξαργυρώνεται ούτε μετριέται με ποσοστά. Είναι ένας πόλεμος ενάντια στην κυριαρχία, την κάθετη οργάνωση, την αντιπροσώπευση και την εθελοδουλία. Είναι ένας πόλεμος που προτάσσει την άμεση δημοκρατία, την οριζοντιότητα και την κοινωνική και ατομική αυτονομία, μακριά από κάθε γραφειοκρατική και αρτηριοσκληρωτική διαδικασία. Είναι ένας πόλεμος για την Ελευθερία. Πώς να χωρέσει ρε γαμώτο σε μια κάλπη;…

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Αρνούμαι


Χρήστος Νεδελκόπουλος

Αρνούμαι
να δώσω χείρα βοηθείας
και να συναινέσω σε μια χώρα
που κάτω από το άσπρο και το μπλε
προσπαθεί να μου διδάξει μαθήματα ρητορικής
και να με πείσει πως πρέπει να είμαι περήφανος
που είμαι Έλληνας, σαν αυτούς:

1. Που στο όνομα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στη θέα του Παρθενώνα και της Επιδαύρου, χτίσανε τη Δημοκρατία και κυβερνάνε όπως η Σπάρτη με ολιγαρχία και στρατοκρατία.

2.   Που βυθίσανε την κοινωνία στο χρέος που οι ίδιοι δημιούργησαν κι αντί να τη ξεχρεώσουν με τα λεφτά των λίγων (ολιγαρχία) που κυβερνάνε (πολιτικά, οικονομικά), χρεώνουν κι άλλο όλους έναντι όλων που δεν έχουν μία και που ποτέ δεν είχαν.

3. Που μου διδάσκανε το πραξικόπημα της χούντας και τους είδα με τα μάτια μου να κάνουν πραξικόπημα διορίζοντας τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας σαν να ήταν μάνατζερ σε εταιρεία.

4. Που στη Γερμανία ο λαός (των ναζί) χειροκροτά τις αντιφασιστικές πορείες από τις ταβέρνες και τα μπαρ κι εδώ (στην Ελλάδα της δημοκρατίας) τις καταδιώκει κοινωνικά και νομικά.

5.  Που εδώ οι πολιτικοί υποτίθεται ότι διαλαλούν ιδεολογικά συνθήματα (όπως δεξιά, αριστερά, κεντροδεξιά κ.α.) ενώ για τον κόσμο χωρίς καμιά εξαίρεση είναι όλοι, όχι απλώς δεξιοί, αλλά χουντικοί. Όλοι σημαίνει όλοι.

6. Που για του λόγου το αληθές έδωσαν υπουργεία στους κατά τα άλλα ακροδεξιούς και τώρα το κατά τα άλλα παρακράτος το βάζουνε και στη βουλή να ψηφίζει τους νόμους.

7.  Που τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που τάχα τελειώσανε για πάντα πριν μερικές δεκαετίες γιατί ήταν έργο ενός τρελού που πήρε την εξουσία και τώρα ξαναχτίζονται στρατόπεδα συγκέντρωσης (φιλοξενίας) για τους μετανάστες.

8.  Που για την Ελλάδα ρε γαμώτο καλλιέργησαν τον φόβο που τον ήθελαν μόνο για την κοινωνία. Ενώ αυτοί τώρα που είδαν τη σημαίνει να κυβερνά ο φόβος, φοβούνται να κατέβουν και στις παρελάσεις γι αυτό το άσπρο και το μπλε που μας ενώνει.

9.   Που αφού μάδησαν τον κόσμο με διακομματικές συμφωνίες εκ δεξιών και εξ αριστερών τώρα και πάλι εξ αριστερών και δεξιών παρέχουν στήριξη στην εκκλησία που τάχα οργανώνει συσσίτια με τη βοήθεια των τραπεζών. Ενώ ο απλός λαός και μόνο αυτός οργάνωσε την επιβίωση του άλλου, η εκκλησία κι τράπεζες τον βγάλανε στο δρόμο χωρίς φαί, νερό, ρεύμα, καύσιμα και σπίτι.

10.  Που τους είπε ο λαός ΞΟΥΤ! και κάνουν πως δεν κατάλαβαν, όπως έκανε και η Χούντα μέχρι να βάλει τα τανκς στο Πολυτεχνείο. Και τι σύμπτωση; Τώρα πριν τις εκλογές θυμήθηκαν να ξεφωνίσουν όσο πιο ανοιχτά τα φασιστικά συνθήματα της ξενοφοβίας, η Ελλάδα Στους Έλληνες, την ίδια στιγμή που οι Έλληνες νοιώθουν Ελλάδα σε κάθε γωνιά της γης γιατί η μετανάστευση ξαναξεκίνησε και για τους Έλληνες κι ας το κρύβουν.

Και ύστερα από όλα αυτά λέει πως έχουμε και εκλογές. Ευχαριστώ δε θα πάρω. Σίγουρα για να ΑΡΝΟΥΜΑΙ συναίνεση και χείρα βοηθείας, μάλλον θα ΄χω λίγο μυαλουδάκι παραπάνω από τους επενδυτές του φόβου. Κι ας έχω ζήσει μόνο τη Χούντα των Τεχνοκρατών, για να το πω και στη γλώσσα τους.