Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη



Θοδωρής Τζίμας

«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)

Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.
Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).
Προφανώς, είναι άσχημη η συνήθεια των σύγχρονων πολιτικών τάσεων να οικειοποιούνται φιλοσόφους και στοχαστές, σαν να ψάχνουν εναγωνίως να προσδώσουν κύρος και αξιοπιστία στη πολιτική τους θέση. Όμως, η περίπτωση της οικειοποίησης του Νίτσε από τον ναζισμό και τον φασισμό είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει μιας και πρόκειται για τόσο εξόφθαλμη και χυδαία παραχάραξη της φιλοσοφίας. Δεν είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο για ναζί, μιας κι έχουν παραδώσει μαθήματα ψεύδους, προπαγάνδας κι επικοινωνιακής διαχείρισης. Όμως, καθετί αγνό κι αληθινό πρέπει να διασώζεται και να αποκαθίσταται, ιδίως από τις ορέξεις μισάνθρωπων ιδεών. Μα πάνω από όλα, πρέπει να αποκαθίστανται στη συνείδηση της κοινωνίας που άκριτα θεωρεί τον Νίτσε πρόδρομο του ναζισμού και του φασισμού.
Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη φθορά για τη νιτσεϊκή φιλοσοφία από την σύνδεσή της με τον ναζισμό. Έκτοτε το φάντασμα του ναζισμού πλανάται πάνω από την νιτσεϊκή σκέψη. Δυστυχώς για τους γκεμπελίσκους, ο Νίτσε είναι μάλλον ξεκάθαρος: «Όποιος με διαβάζει σήμερα στη Γερμανία, έχει πρώτα απογερμανοποιήσει τον εαυτό του πλήρως, όπως έκανα κι εγώ. Είναι γνωστή η φόρμουλά μου "για να σαι καλός Γερμανός, πρέπει να απογερμανοποιηθείς" ή (για να με διαβάσει) πρέπει να είναι εβραϊκής καταγωγής, πράγμα που δεν είναι μικρή διάκριση μεταξύ των Γερμανών. Μεταξύ των Γερμανών, οι Εβραίοι είναι πάντα η ανώτερη ράτσα, πιο εκλεπτυσμένη, πνευματική, ευγενική…». Ακόμη, σε μια επιστολή του στην αδερφή του στις 26.12.1887 ο Νίτσε αναφέρει κατηγορηματικά: «Είναι για μένα ζήτημα τιμής να κρατήσω απέναντι στον αντισημιτισμό μια στάση ξεκάθαρη, δηλαδή αρνητική, όπως κάνω και στα γραπτά μου. Με παραζάλισαν τελευταία με επιστολές και αντισημιτικά κείμενα. Η απέχθειά μου για αυτή την παράταξη (που κόπτεται να σφετεριστεί το όνομά μου!) είναι σαφέστατη, αλλά η συγγένειά μου με τον Φόρστερ και ο αντίκτυπος του αντισημιτισμού του Σμάιτσνερ, του παλιού μου εκδότη, κάνουν τους οπαδούς αυτού του ενοχλητικού κόμματος να πιστεύουν ότι είμαι δικός τους».
Για πολλούς ακόμη λόγους (κάποιοι εκ των οποίων θα αναφερθούν παρακάτω), η πεποίθηση ότι ο Νίτσε υπήρξε πρόγονος του φασισμού και του ναζισμού δεν συζητείται καν σοβαρά μεταξύ των μελετητών. Ποια όμως είναι τα στοιχεία που δημιούργησαν το φάντασμα του νιτσεϊσμού πάνω από το ναζισμό;
Η διαστρέβλωση των όσων είπε κι έγραψε ο Νίτσε υπολογίζεται ότι ξεκίνησε όσο ο Νίτσε είχε ακόμη τα λογικά του. Το 1885 η αδερφή του, Ελίζαμπετ, παντρεύτηκε τον Μπέρχαρντ Φόρστερ, έναν σκληροπυρηνικό αντισημίτη. Η Ελίζαμπετ γρήγορα ασπάστηκε τις ίδιες ιδέες. Από την άλλη, ο Νίτσε ούτε ενέκρινε αυτόν τον γάμο, ούτε καν παραβρέθηκε. Οι λόγοι φαίνεται να είναι ότι αντιπαθούσε τον Φόρστερ λόγω των απόψεων του. Σε μια επιστολή στην μητέρα τους γράφει ότι δεν επιθυμεί καμία επαφή με τον γαμπρό του διότι απεχθάνεται τις ιδέες του. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη του ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι και ασυμφιλίωτοι με την φιλοσοφία του. Παρόλα αυτά, η αδερφή του θεωρείται βασική υπαίτια της σύνδεσης του Νίτσε με μισάνθρωπες απόψεις.
Η Ελίζαμπετ συγκέντρωσε μεγάλο μέρος των σημειώσεων του Νίτσε και όταν ο Νίτσε πλέον δεν ήταν σε θέση να διαχειρίζεται μόνος του τις υποθέσεις του (έχασε τα λογικά του το 1889) το χρησιμοποίησε σκόπιμα διαστρεβλωμένο. Σε πρώτη φάση ίδρυσε το Αρχείο Νίτσε το 1894, στο οποίο σταδιακά έδωσε αντισημιτικό χαρακτήρα. Μάλιστα, αποκορύφωμα όλου αυτού του εγχειρήματος ήταν η επίσκεψη του Χίτλερ εκεί, όπου η Ελίζαμπετ θα του χαρίσει το μπαστούνι που χρησιμοποιούσε ο Νίτσε. Κατόπιν ο Χίτλερ θα φωτογραφηθεί στην προτομή του Νίτσε και εν όσω ο Φόρστερ διάβαζε ένα κείμενο που «απεδείκνυε» την σχέση Νίτσε και ναζισμού (γραμμένο από πολύ «αξιόπιστο» συντάκτη, τον ίδιο τον Φόρστερ!). Αργότερα, η φωτογραφία του Χίτλερ στη προτομή του Νίτσε θα κοσμήσει το εξώφυλλο ενός βιβλίου του Ρίχαρντ Έλερ (Ο Νίτσε και το μέλλον της Γερμανίας) που υποτίθεται ότι αποδεικνύει την σχέση Νίτσε και Χίτλερ.
Η Ελίζαμπετ δεν σταμάτησε εκεί. Έστειλε μια επιστολή στον Μουσολίνι με την προσφώνηση «Στον ευγενέστερο μαθητή του Ζαρατούστρα που ονειρεύτηκε ποτέ ο Νίτσε, στον εμπνευσμένο αφυπνιστή των αριστοκρατικών ιδεών όπως τις εννοούσε ο Νίτσε, με τις θερμότερες ευχές και τον βαθύτατο σεβασμό και θαυμασμό του Αρχείου Νίτσε». Αξίζει να σημειωθεί ότι προηγουμένως, το 1901, η Ελίζαμπετ είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο Η Θέληση για Δύναμη, που αποτελείται από διάσπαρτες σημειώσεις του Νίτσε και πλήθος κειμένων γραμμένων από την ίδια την Ελίζαμπετ. Το σύνολο του κειμένου ήταν ένα προχειρογραμμένο χυδαίο κολάζ εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα, η αποκατάσταση του οποίου από τις αυθαιρεσίες της Ελίζαμπετ πήρε πάνω από 20 χρόνια στους μελετητές Μοντινάρι και Κόλι, που τιμήθηκαν για την προσφορά τους.
Δεν ήταν μόνο η Ελίζαμπετ όμως που επιχείρησε να διαστρεβλώσει τον Νίτσε. Γύρω από το όνομά του δημιουργήθηκε ένας καλά ενορχηστρωμένος κύκλος παραχάραξης και προπαγάνδας. Το ναζιστικό καθεστώς σύντομα θα σπρώξει στην αγορά μια πληθώρα από φτηνές εκδόσεις που περιείχαν αποσπάσματα και πετσοκομμένα κείμενα του Νίτσε, προορισμένα για μαζική κατανάλωση μπας και πάρει μια πιο θεωρητική υπόσταση ο ναζισμός κι αγκιστρωθούν πάνω του οι μάζες. Κάποια μάλιστα από αυτά πέρασαν αποσπασματικά και στον χώρο της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησαν και πιο επίσημα σκουπίδια, όπως το βιβλίο του Άλφρεντ Μπλόυμλερ (Ο Νίτσε ως φιλόσοφος και ως πολιτικός, 1931) που «αποδείκνυε» την υποτιθέμενη πίστη του Νίτσε στην κυριαρχία της ισχυρής Γερμανίας μέσω του πολέμου. Άλλο αντίστοιχο «θεόπνευστο» έργο ήταν το βιβλίο του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Ο μύθος του 20ου αιώνα, 1932) που «αποδεικνύει» την απρόσκοπτη πίστη του Νίτσε στην στρατιωτική πειθαρχία.
Η επιστημονική αξιοπιστία των παραπάνω μελετητών περιορίζεται στο ότι ήταν υπεύθυνοι προπαγάνδας και θεωρητικοί του Γ’ Ράιχ… Ο Μπόυμλερ γρήγορα κατέλαβε θέση ακαδημαϊκού από τον Χίτλερ με σκοπό να εντάξει την φιλοσοφία του Νίτσε στην ναζιστική κοσμοαντίληψη (ακόμα και με το ζόρι). Μάλιστα, πρόκειται για τόσο έγκριτο ερευνητή που βασική του θέση ήταν ότι το δημοσιευμένο έργο του Νίτσε δεν έχει καμιά σπουδαιότητα, αλλά η ουσία της νιτσεϊκής φιλοσοφίας βρίσκεται μόνο στα χειρόγραφα που διατηρούσε η Ελίζαμπετ. Η επιστημονικότατη θέση του εν λόγω ναζιστή τον οδηγεί στο να συνδέσει τον Νίτσε με τον ναζισμό. Τα κείμενα όμως του Νίτσε δεν φαίνεται να τον βοηθούν ιδιαίτερα. Το ίδιο συνέβη και με τον Ρόζενμπεργκ, ο οποίος δεν παραθέτει κανένα επίσημο απόσπασμα του Νίτσε. Οπότε, τι κάνει ο σωστός γκεμπελιστής προπαγανδιστής που σέβεται τον εαυτό του; Αποδίδει φράσεις τρίτων στον Νίτσε. Έτσι, ατάκες όπως «αυτό θα μπορούσε να το έχει γράψει κι ο Νίτσε» αφήνουν εποχή στην κατά τα άλλα επιστημονική προσέγγιση της φιλοσοφίας. Κι όταν τα κείμενα του Νίτσε δεν μπορούν να διαψευστούν τι κάνει πάλι ο σωστός γκεμπελίσκος; Νάζια… ισχυρίζεται δηλαδή ότι αυτά ο Νίτσε δεν τα εννοεί, απλά τα λέει έτσι, για να ταρακουνήσει τους Γερμανούς (!). Φυσικά, για ευνόητους λόγους οι «σοβαροί» θεωρητικοί του ναζισμού κατάπιαν τη γλώσσα τους για εκείνα τα χωρία που επιτίθενται στους Γερμανούς, που χλευάζουν τους οπαδούς, που απορρίπτουν τον αυταρχισμό και εξυμνούν τους Εβραίους.
Από την άλλη πλευρά, όχι λίγες από τις λεγόμενες προοδευτικές φωνές συσκότισαν εξαρχής την κατάσταση όσον αφορά την ερμηνεία του Νίτσε. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Λούκατς, ο οποίος στο Η καταστροφή του λογικού επεχείρησε να αναδείξει τους λόγους που οδήγησαν την Γερμανία στο ναζισμό αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον Νίτσε, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η γειτνίαση (σ.σ.: της σκέψης του Νίτσε με τον χιτλερισμό) είναι αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερη από όσο νόμιζαν εκείνοι (σ.σ.: ο Ρόζενμπεργκ κι ο Μπόυμλερ). Ο ναζισμός ορθά θεωρεί τον Νίτσε έναν από τους ευγενέστερους προγόνους του». Παρόλα αυτά, ο Λούκατς έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα από όλους ποιά είναι η πραγματική καταστροφή του λογικού, όταν ο λενινισμός απαγόρευε τα έργα του κι ο ίδιος δεχόταν να τα αποκηρύξει απαγορεύοντας επίσης την δημοσίευσή τους, ενώ την ίδια στιγμή έθετε εαυτόν στις υπηρεσίες του Κόμματος. Ο εντεταλμένος πόλεμος του Λούκατς έναντι στον Νίτσε ήταν μεθοδικότατος. Είχε άλλωστε προηγηθεί ήδη ένα άρθρο με τίτλο Ο Νίτσε ως πρόγονος της φασιστικής αισθητικής. Οι συνθήκες της εποχής γενικά και η επιρροή του Λούκατς διαμόρφωσαν ένα αρνητικό κλίμα απέναντι σε έργα του Νίτσε, με αποτέλεσμα ουδείς σοβαρός αριστερός να καταδέχεται να ασχοληθεί με την βιβλιογραφία του Νίτσε.
Τι λέει όμως ο ίδιος ο Νίτσε για το γερμανικό έθνος; «Πανούκλα του Ρήνου»… Εκτός των άλλων, η θέση του για τους Γερμανούς είναι μνημειώδης: «Έχω δώσει στους Γερμανούς τα καλύτερα βιβλία που έχουν, κι αυτό είναι αρκετό να μην καταλαβαίνουν ούτε λέξη από αυτά». Πιο συγκεκριμένα, κάποιες από τις θέσεις του Νίτσε που αφορούν την Γερμανία είναι αρκετά ενδεικτικές των ασύμβατων με τα ιδεώδη του ναζισμού απόψεών του. Ο συγγραφέας του Εμείς οι απάτριδες (κεφάλαιο της Χαρούμενης Επιστήμης) κατακεραυνώνει το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, θεωρώντας το βασικό διαμορφωτικό παράγοντα την κυριαρχίας και της υπακοής, αποδίδοντας την κατάντια του οποίου κατεξοχήν στο κράτος.
Κι ακόμη περισσότερη σημασία έχει η άποψη του Νίτσε για το κράτος και τον κρατισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος στο Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Για το νέο είδωλο): «Υπάρχουν κάπου ακόμα λαοί και αγέλες, όχι όμως σε εμάς, σε εμάς υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Εντάξει λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω ο,τι έχω να σας πω για τον θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα. Και ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα βγαίνει σερνάμενο από το στόμα του: «Εγώ το κράτος είμαι ο λαός». Ψέμα είναι κι αυτό!». Και προχωρά παρακάτω: «Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων ονομάζεται ζωή». Εξάλλου, για τον Νίτσε, «εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί αρχίζει ο άνθρωπος». Το σε ποιο σημείο ακριβώς ταυτίζονται αυτές οι απόψεις με εκείνες του φασισμού και του ναζισμού είναι απορίας άξιο. Ακόμη, η στρατιωτική κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην πειθαρχία, την υπακοή και την ιεραρχία μάλλον δεν ταιριάζει και πολύ με την σχετική άποψη του Νίτσε, που είναι επίσης ξεκάθαρη: «Θέλεις να πολλαπλασιαστείς επί δέκα, επί εκατό; Ψάξε για οπαδούς, ψάξε για μηδενικά».
Ανάλογη είναι η θέση του Νίτσε για την εξουσία και την εξουσιαστική ηθική, όπως αυτή παρουσιάζεται στο Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Το σκυλολόι): «Και γύρισα την πλάτη στους κυριαρχούντες, όταν είδα τι ονομάζουν σήμερα κυριαρχία: το να εμπορεύεσαι και να παζαρεύεις την δύναμη». Σε άλλο σημείο του Ζαρατούστρα ο Νίτσε χαρακτηρίζει ως μύγες της αγοράς τους πολιτικούς ηγέτες και προτρέπει: «Μην σηκώνεις πια το χέρι σου εναντίον τους! Είναι αμέτρητοι κι ο κλήρος σου δεν είναι να γίνεις μυγοσκοτώστρα. Είναι αμέτρητοι αυτοί οι μικροί και αξιοθρήνητοι». Επίσης, είναι ενδεικτικό το απόσπασμα από το Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Για το νέο είδωλο): «Δείτε πως σκαρφαλώνουν, αυτοί οι ευκίνητοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι παρασύρονται στη λάσπη και στο βυθό. Όλοι θέλουν να ανέβουν στο θρόνο: αυτό είναι η τρέλα τους - λες και η ευτυχία κάθεται στο θρόνο! Συχνά κάθεται η λάσπη στο θρόνο - και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη». Και καταλήγει (στο ίδιο κεφάλαιο): «Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών! Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών! Για τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη».
Γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα ο Νίτσε διαβάστηκε εκτενώς. Μετά την αποκατάσταση των έργων του η βιβλιογραφία του γνώρισε πολλές εκδόσεις, όπως και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία. Πλήθος φιλοσόφων και συγγραφέων (εκ διαμέτρου αντίθετοι με τα ιδεώδη του ναζισμού) επηρεάστηκαν βαθειά από τη  νιτσεϊκή σκέψη. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρονται οι: Λυοτάρ, Ντελέζ, Φουκώ, Ντεριντά, Αντόρνο, Γιούνγκ, Βανεγκέμ, Λεφέρβ, Έσσε, Καμύ κ.α. Οπωσδήποτε ο Νίτσε παρέμεινε αντιφατικός σε πολλά σημεία, δυσερμήνευτος και αινιγματικός. Όμως, αυτό είναι θέμα που απέχει παρασάγγας από το να θεωρείται προπάτορας του ναζισμού.
Η οικειοποίηση κάθε φιλοσόφου έρχεται να προσδώσει κύρος σε πολιτικές θεωρίες που αναζητούν την παράπλευρη θρέψη με σκοπό να τονώσουν το ηθικό των οπαδών τους και για να μπαλώσουν το ιδεολογικό κενό της εκάστοτε θεωρίας. Όμως, η ριζοσπαστική σκέψη οφείλει να στέκεται απέναντι σε τέτοιες λογικές. Πάνω από όλα οφείλει να σχηματίζεται και να μετασχηματίζεται από την ίδια την ιδεολογική μήτρα που ενυπάρχει μέσα της. Να αξιολογεί τα γεγονότα, να αντλεί υλικό από τις πρακτικές της και να ορθώνεται απαλλαγμένη από την αναγκαιότητα της αυθεντίας.
Και για μία τελευταία φορά: ο Νίτσε δεν ήταν ούτε φασίστας, ούτε αναρχικός. Ήταν νιτσεϊκός. Γιατί, όπως κι ο ίδιος λέει, «είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει - αλλά δεν είμαι το δεκανίκι σας».

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)