Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Είμαστε η γενιά του 1978


Χρήστος Νεδελκόπουλος


Αυτό το κείμενο γράφεται… για πολλούς λόγους και για κανένα. Αυτές οι λέξεις χρωστάνε πολλά… αλλά και δεν δίνουν δεκάρα για κανέναν και για τίποτα. Αυτές οι σκέψεις, όμως, διαμορφώνουν μια κατάσταση, αν τελικά έχει δίκιο ο Κάφκα, ότι η αληθινή ανθρώπινη ανάπτυξη δεν γίνεται από «πάνω» προς τα «κάτω», όπως άλλωστε θα το ήθελαν όσοι έχουν πόστο εξουσίας, μα από «μέσα» προς τα «έξω».
Πάνε 23 χρόνια από το τέλος του Παύλου Σιδηρόπουλου, του μουσικού που ταυτίστηκε όσο κανένας με τους ροκ ήρωες (Χέντριξ, Τζόπλιν, Μόρισον) έχοντας φυσικά το τέλος τους. Πάνε 20 χρόνια από το θάνατο της Κατερίνας Γώγου, της ποιήτριας της γυναικείας χειραφέτησης και του κοινωνικού αγώνα. Τέλος, πλησιάζουν 25 χρόνια από την αυτοχειρία του Νικόλα Άσιμου, εδώ μπορούμε να πούμε του μουσικού και του ποιητή ταυτόχρονα που αποπειράθηκε όσο κανένας τη σύνδεση τέχνης και ζωής, γιατί όχι λοιπόν, έρωτα και θανάτου; Αυτό το τρίο συνεπώς, από τους βιαστικούς χαρακτηρίστηκε ως «οι φιλόσοφοι της εποχής μας». Προφανώς και διαφωνώ, αλλά όχι γιατί είμαι ακριβολόγος. Το «φιλόσοφοι» δεν με ενοχλεί, άλλοι κι άλλοι (αυτό)χαρακτηρίζονται έτσι… μα δεν είναι η εποχή μας. Είναι η γενιά μας… κι αυτό είναι κάτι παραπάνω.
Γιατί, εν τέλει, είμαστε η γενιά του ’70 και όχι του ’00.
Ας το θέσω όμως, κάπως αναλογικά. Ποια είναι η γενιά του Πολυτεχνείου; Σαφώς και είναι αυτή η ίδια που γεννήθηκε μέσα στον εμφύλιο ή λίγο αργότερα. Που μεγάλωσε μέσα στο κλίμα του ψυχρού πολέμου, που ερωτεύτηκε και σπούδασε με πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, που βγήκε στην παραγωγή κατά την ιστορική μετάβαση προς την «Αλλαγή». Τέλος, αυτή που άκουγε Ολίμπιανς «πόσο μ’ αρέσει ο τρόπος που μ’ αγαπάς» και φορούσε τις θρυλικές καμπάνες της. Αυτή είναι η γενιά του ’70 με όλη τη νομοτελειακή σημασία. Βρήκε νόημα στο «σοσιαλισμό», πολέμησε τη χούντα εντός του συστήματος και επειδή… ο τροχός γυρίζει, μπορούμε σήμερα να λέμε πως είναι η γενιά του Πολυτεχνείου και τον Ολυμπιακών αγώνων. Ναι, καλά τα λέει ο Μπουρντιέ, όταν παρουσιάζει τους σπουδαίους μας αθλητές ως πολεμιστές στο όνομα μιας πατρίδας. Γιατί άλλωστε και η γενιά της «Αλλαγής», μήπως δε βρήκε νόημα σε τούτους εδώ τους πολεμιστές μας; Τι χωρίζει τελικά το Πολυτεχνείο από την Αθήνα 2004; Μόλις 30 χρόνια. Και αυτό είναι όλο.
Και επανέρχομαι στο θέμα μας… και γίνομαι, ει δυνατόν,  σαφέστερος.
Γι’ αυτό ακριβώς είμαστε η γενιά του ’78. Τι έγινε τότε και μας αφορά σήμερα; Που είναι τελικά αυτό το νήμα που κρατά την ιστορική συνέχεια; Τότε είναι που ο Παύλος, η Κατερίνα κι ο Νικόλας αφήσαν τη σφραγίδα τους. Και είναι σίγουρα μια σφραγίδα με ταυτότητα, ποιοτικά διαφορετική από τους Ολίμπιανς. Και εξηγούμαι ευθύς αμέσως.
Το ’78 εμφανίζεται ο Νικόλας με την πρώτη του κασέτα «Το Βαρέλι» και τα εργατικά του τραγούδια, στην κορυφή των οποίων θα μου επιτραπεί να τοποθετήσω το «Δεν παν να μας χτυπάν». Από την κηδεία του Καλτεζά έγινε σύνθημα «Δεν παν να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια, δεν παν να μας χαλάν τα πιο όμορφά μας χρόνια». Το ’78 εμφανίζεται και ο Παύλος με τον σπουδαιότερο μέχρι σήμερα ροκ δίσκο, τον «Φλου» και το ρέκβιεμ «Οι σοβαροί κλόουν» με χαρακτηριστικά τα λόγια «Γνώρισαν τον Χριστό μέσα απ’ την πείνα τους… πεθαίνοντας στον τρόμο ότι πεθαίνουνε». Και βέβαια, το ’78 εμφανίζεται και η Κατερίνα με ούτε 1, ούτε 2, μα με «3 κλικ αριστερά» και ίσως να κυριολεκτούσε, γιατί τα πρώτα 2 κλικ τα είχαν καβαντζώσει η «Αλλαγή» και ο «Λένιν». Και πράγματι, αυτή και οι φίλοι της γράφαν σε «συνθηματική γλώσσα» και ακόμα γράφανε με μαύρο χρώμα γιατί τους «ρημάξατε το κόκκινο». Αυτή λοιπόν, ήταν μια άλλη γενιά από κείνη των τελών του εμφυλίου που καθιερώθηκε ως γενιά του Πολυτεχνείου και κατ’ επέκταση του αντιδικτατορικού αγώνα. Μα η δικιά μας η γενιά, τι σχέση μπορεί να έχει με το τρίο των «φιλοσόφων της εποχής μας»;
Ας πάμε λοιπόν 30 χρόνια μετά για να αποκτήσει νόημα η αναλογία. Είμαστε λοιπόν στο Δεκέμβρη του 2008. Ένας μαθητής πέφτει νεκρός από σφαίρα αστυνομικού στη συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλα. Όλοι οι μαθητές βγαίνουνε στο δρόμο, παιδιά 16 χρονών και δεν ζητάνε «Αλλαγή». Ξέρουν ίσως πιο πολλά από τα παιδιά του εμφυλίου που χάσανε γονείς και παππούδες. Ξέρουν ότι η Αστυνομία ευθύνεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ξέρουν ότι η γενιά του Πολυτεχνείου ευθύνεται για τα φρουρού και τα αρώματα των Ολυμπιακών αγώνων, ξέρουν ακόμα ότι η σύγχρονη εξουσία τους έχει «στοιχειώσει» με αυτό το «από πάνω προς τα κάτω». Όχι, ούτε «Αλλαγή» θέλουν, ούτε «Λένιν». Θέλουν να μείνουν «αστοιχείωτοι», μα «από μέσα προς τα έξω». Τον Κάφκα, μάλλον δεν τον ξέρανε, αλλά τον Άσιμο τον ξέρανε. Ήτανε μικροί αλλά τους τραγουδούσανε τους στίχους του… και «ξερνάν τη μπαταρία. Δεν εκτελούν εργασία. Δε θέλουν ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση, γουστάρουν ελευθερία».
Κατ’ αυτήν την έννοια οι νέοι οι μαθητές, αλλά και εμείς οι κάπως μεγαλύτεροι προσιδιάζαμε στις μέρες του Δεκέμβρη όχι στον «homo economicus» μα στο «homo activisticus» κι αυτό είναι κάτι που κρατάει από τον Πρωταγόρα και την αρχαία αθηναϊκή πόλη, «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος». Οπότε, όταν ακούς στίχους πεσιμιστικούς σαν του Νικόλα, της Κατερίνας και του Παύλου, μη φοβάσαι. Θα δουλέψουν έστω και 30 χρόνια μετά με την ελπίδα πως μια μέρα θα γίνουν παιδείας πείρα. Το ανάποδο να φοβάσαι, τώρα που δε μεγαλώνεις ούτε στον εμφύλιο, ούτε στον ψυχρό πόλεμο και τα μηνύματα έρχονται με ανάποδη φορά. Αν στα χρόνια της «Αλλαγής» ερχόταν τάχα από «κάτω προς τα πάνω», τώρα έρχονται «από έξω προς τα μέσα» αλλά πάλι προς την ίδια κατεύθυνση.
«Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε»;

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)