Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ: Εισαγωγή (πρώτο μέρος)



Θοδωρής Τζίμας

Η πραγματικότητα που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος σε κάθε πτυχή της καθημερινής του ζωής, όπως έχει διαμορφωθεί στο τέλος του 20ου αιώνα και μετά, δίδει μια σχετικά νέα εικόνα για το περιεχόμενο των κοινωνιών στις οποίες ζει. Σε μια εποχή με διαρκώς μετακινούμενους πολιτισμούς η πάλαι ποτέ κοινωνική ομοιογένεια φαίνεται να έχει χαθεί μπροστά στην ανάπτυξη μιας βαθειά πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Εν τούτοις, η γενικότερη σύγχυση εντός των κοινωνιών έχει επηρεάσει το σύνολο της κοινωνικής λειτουργίας. Οι συσχετισμοί έχουν μεταβληθεί τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, ώστε ακόμα κι οι έννοιες να έχουν αποσαφηνιστεί.
Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στην μαζική μετακίνηση πληθυσμών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κατάσταση της οποίας οι απαρχές εντοπίζονται χρονικά ιδίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο διαρκής εδαφικός επεκτατισμός, οι στρατιωτικές επεμβάσεις, η οικονομική αφαίμαξη αναπτυσσόμενων χωρών (ήτοι το δίκιο του ισχυρού), η αναζήτηση εργασίας κι εν γένει ενός ανώτερου βιοτικού επιπέδου είναι ίσως κάποιοι από τους σημαντικότερους παράγοντες αυτής της μετακίνησης. Σε όλη αυτή τη κατάσταση συνετέλεσε κι η σχεδόν ταυτόχρονη παρακμή και κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ, από τα κράτη του οποίου προήλθε μεγάλος αριθμός μεταναστών στη δυτική Ευρώπη. Παράλληλα, οι δεσμοί που αναπτύχθηκαν εξαιτίας αποικιακών σχέσεων σηματοδότησαν πολλές φορές μια πιο εύκολη και μαζική μετακίνηση ανάμεσα στις χώρες-αποικίες (χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γαλλία με πολιτογραφημένους μετανάστες από αποικίες όπως η Αλγερία, η Γουαδελούπη κτλ.). Οι παραπάνω παράγοντες μαζί με πλήθος άλλων δευτερευόντων συνιστωσών συνέβαλαν δραστικά στην όξυνση του πολυπολιτισμικού φαινομένου ως μια διαρκώς εντεινόμενη κοινωνική συγκρότηση που επηρεάζει κάθε πτυχή του καθημερινού βίου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κοινωνίες σε παγκόσμιο επίπεδο παρουσιάζουν σήμερα περισσότερο από κάθε φάση της ιστορίας πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει κάποιου είδους διεθνιστική ανάπτυξη. Τυπικά και θεωρητικά, «η υιοθέτηση και η εφαρμογή μιας διαπολιτισμικής προσέγγισης απέναντι σε «διαφοροποιημένες πολιτισμικές ομάδες» θα δώσει την ευκαιρία στα μέλη τους να συμμετάσχουν ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι διατηρώντας παράλληλα τη δική τους πολιτισμική ταυτότητα μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινά αποδεκτών αξιών, πρακτικών και διαδικασιών»[1]. Στη πραγματικότητα, αυτό δεν εφαρμόζεται κι ούτε θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε στο ελάχιστο από τη στιγμή που οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές είναι εκ βάθρων διαφορετικές, σχεδόν αντίθετες. Ο ρατσισμός είναι διάχυτος σε όλο το φάσμα της κοινωνίας, ενώ σταδιακά κέρδισε μια άνευ όρων νομιμοποίηση σε βαθμό τέτοιο που ο ακραία ρατσιστικός λόγος να έχει δημόσια αναγνώριση και –κυρίως– δημόσιο βήμα. Μάλιστα, πέρα από το γεγονός ότι η ρατσιστική ρητορεία έχει διαποτίσει το κοινό αίσθημα, έχει πλέον θεσμική κατοχύρωση διαμορφώνοντας εν μέρει τη πολιτική ατζέντα.
Το συλλογικό φαντασιακό της σημερινής κοινωνίας είναι έτοιμο να ξεράσει οτιδήποτε βρίσκεται έξω από αυτήν. Ακόμα και στις περιπτώσεις που το Άλλο (διαμορφωμένο κοινωνικά ως τέτοιο) δεν μένει απέναντι στο «κανονικό» (επίσης διαμορφωμένο ως τέτοιο), στην ουσία του αφομοιώνεται από το σύνολο των κλειστών κοινωνικών στερεοτύπων. Εξάλλου, η αφομοίωση, με τον τρόπο που εισάγεται και πραγματώνεται από το στάδιο της εκπαίδευσης ακόμα, στρεβλώνει μέχρι και τους ίδιους τους σκοπούς της, αφού σχεδόν ποτέ δεν είναι ομαλή και τα σύγχρονα παραδείγματά της επιβεβαιώνουν την αποτυχία μιας τέτοιας πολιτικής. Γενικότερα, η αφομοίωση-ενσωμάτωση ελάχιστα εφάπτεται του σεβασμού της ετερότητας, της εποικοδομητικής αλληλεπίδρασης των πολιτισμών κι εν τέλει της ομαλής κοινωνικής λειτουργίας και συμβίωσης, που είναι εκ των πραγμάτων ο χαρακτήρας μιας ενιαίας πλουραλιστικής, ανοιχτής δημοκρατίας.



[1] Μάρκου Γ., Προσεγγίσεις της πολυπολιτισμικότητας και η διαπολιτισμική εκπαίδευση, Πρόλογος.

δεύτερο μέρος: http://anti-texni.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)