Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Νίτσε, ναζισμός και παραχάραξη



Θοδωρής Τζίμας

«Οι εχθροί μου έγιναν πολύ δυνατοί και παραμόρφωσαν την διδασκαλία μου,
τόσο που οι πολυαγαπημένοι μου
θα πρέπει να ντρέπονται για τα δώρα που τους έδωσα»
(Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)

Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε σπουδαίος φιλόσοφος, σχεδόν αξεπέραστος. Ιδιότροπος, καινοτόμος, αιρετικός και ριζοσπάστης. Γεννημένος το 1844 στη Γερμανία θήτευσε μεταξύ άλλων δίπλα στον Σοπενχάουερ και τον Βάγκνερ, τους οποίους σύντομα αποκήρυξε. Τα γραπτά του, αν και δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής στην εποχή του, έμελε να θέσουν την δυτική σκέψη σε μια νέα, πρωτόγνωρη βάση φτάνοντας να συγκροτούν μια νέα φιλοσοφική τάση, τον νιτσεϊσμό.
Φυσική απόρροια αυτού ήταν ο Νίτσε να επηρεάσει όλο το πολιτικό φάσμα της πολιτικής θεωρίας. Αναρχισμός, φεμινισμός, αλλά και ναζισμός, σωβινισμός και αντισημιτισμός επηρεάστηκαν βαθύτατα από την νιτσεϊκή σκέψη. Μέχρι ενός σημείου, η δίσημη και αινιγματική γραφή του Νίτσε είναι το άλλοθι για όλες αυτές τις αντιφατικές κι ετερόκλητες επιρροές. Στη πραγματικότητα, ο Νίτσε το μόνο από το οποίο γλίτωσε ήταν να χαρακτηριστεί μικροαστός φιλόσοφος (τάση που τα τελευταία υπάρχει στους κόλπους αριστερών σεχτών).
Προφανώς, είναι άσχημη η συνήθεια των σύγχρονων πολιτικών τάσεων να οικειοποιούνται φιλοσόφους και στοχαστές, σαν να ψάχνουν εναγωνίως να προσδώσουν κύρος και αξιοπιστία στη πολιτική τους θέση. Όμως, η περίπτωση της οικειοποίησης του Νίτσε από τον ναζισμό και τον φασισμό είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει μιας και πρόκειται για τόσο εξόφθαλμη και χυδαία παραχάραξη της φιλοσοφίας. Δεν είναι φαινόμενο πρωτόγνωρο για ναζί, μιας κι έχουν παραδώσει μαθήματα ψεύδους, προπαγάνδας κι επικοινωνιακής διαχείρισης. Όμως, καθετί αγνό κι αληθινό πρέπει να διασώζεται και να αποκαθίσταται, ιδίως από τις ορέξεις μισάνθρωπων ιδεών. Μα πάνω από όλα, πρέπει να αποκαθίστανται στη συνείδηση της κοινωνίας που άκριτα θεωρεί τον Νίτσε πρόδρομο του ναζισμού και του φασισμού.
Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη φθορά για τη νιτσεϊκή φιλοσοφία από την σύνδεσή της με τον ναζισμό. Έκτοτε το φάντασμα του ναζισμού πλανάται πάνω από την νιτσεϊκή σκέψη. Δυστυχώς για τους γκεμπελίσκους, ο Νίτσε είναι μάλλον ξεκάθαρος: «Όποιος με διαβάζει σήμερα στη Γερμανία, έχει πρώτα απογερμανοποιήσει τον εαυτό του πλήρως, όπως έκανα κι εγώ. Είναι γνωστή η φόρμουλά μου "για να σαι καλός Γερμανός, πρέπει να απογερμανοποιηθείς" ή (για να με διαβάσει) πρέπει να είναι εβραϊκής καταγωγής, πράγμα που δεν είναι μικρή διάκριση μεταξύ των Γερμανών. Μεταξύ των Γερμανών, οι Εβραίοι είναι πάντα η ανώτερη ράτσα, πιο εκλεπτυσμένη, πνευματική, ευγενική…». Ακόμη, σε μια επιστολή του στην αδερφή του στις 26.12.1887 ο Νίτσε αναφέρει κατηγορηματικά: «Είναι για μένα ζήτημα τιμής να κρατήσω απέναντι στον αντισημιτισμό μια στάση ξεκάθαρη, δηλαδή αρνητική, όπως κάνω και στα γραπτά μου. Με παραζάλισαν τελευταία με επιστολές και αντισημιτικά κείμενα. Η απέχθειά μου για αυτή την παράταξη (που κόπτεται να σφετεριστεί το όνομά μου!) είναι σαφέστατη, αλλά η συγγένειά μου με τον Φόρστερ και ο αντίκτυπος του αντισημιτισμού του Σμάιτσνερ, του παλιού μου εκδότη, κάνουν τους οπαδούς αυτού του ενοχλητικού κόμματος να πιστεύουν ότι είμαι δικός τους».
Για πολλούς ακόμη λόγους (κάποιοι εκ των οποίων θα αναφερθούν παρακάτω), η πεποίθηση ότι ο Νίτσε υπήρξε πρόγονος του φασισμού και του ναζισμού δεν συζητείται καν σοβαρά μεταξύ των μελετητών. Ποια όμως είναι τα στοιχεία που δημιούργησαν το φάντασμα του νιτσεϊσμού πάνω από το ναζισμό;
Η διαστρέβλωση των όσων είπε κι έγραψε ο Νίτσε υπολογίζεται ότι ξεκίνησε όσο ο Νίτσε είχε ακόμη τα λογικά του. Το 1885 η αδερφή του, Ελίζαμπετ, παντρεύτηκε τον Μπέρχαρντ Φόρστερ, έναν σκληροπυρηνικό αντισημίτη. Η Ελίζαμπετ γρήγορα ασπάστηκε τις ίδιες ιδέες. Από την άλλη, ο Νίτσε ούτε ενέκρινε αυτόν τον γάμο, ούτε καν παραβρέθηκε. Οι λόγοι φαίνεται να είναι ότι αντιπαθούσε τον Φόρστερ λόγω των απόψεων του. Σε μια επιστολή στην μητέρα τους γράφει ότι δεν επιθυμεί καμία επαφή με τον γαμπρό του διότι απεχθάνεται τις ιδέες του. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη του ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι και ασυμφιλίωτοι με την φιλοσοφία του. Παρόλα αυτά, η αδερφή του θεωρείται βασική υπαίτια της σύνδεσης του Νίτσε με μισάνθρωπες απόψεις.
Η Ελίζαμπετ συγκέντρωσε μεγάλο μέρος των σημειώσεων του Νίτσε και όταν ο Νίτσε πλέον δεν ήταν σε θέση να διαχειρίζεται μόνος του τις υποθέσεις του (έχασε τα λογικά του το 1889) το χρησιμοποίησε σκόπιμα διαστρεβλωμένο. Σε πρώτη φάση ίδρυσε το Αρχείο Νίτσε το 1894, στο οποίο σταδιακά έδωσε αντισημιτικό χαρακτήρα. Μάλιστα, αποκορύφωμα όλου αυτού του εγχειρήματος ήταν η επίσκεψη του Χίτλερ εκεί, όπου η Ελίζαμπετ θα του χαρίσει το μπαστούνι που χρησιμοποιούσε ο Νίτσε. Κατόπιν ο Χίτλερ θα φωτογραφηθεί στην προτομή του Νίτσε και εν όσω ο Φόρστερ διάβαζε ένα κείμενο που «απεδείκνυε» την σχέση Νίτσε και ναζισμού (γραμμένο από πολύ «αξιόπιστο» συντάκτη, τον ίδιο τον Φόρστερ!). Αργότερα, η φωτογραφία του Χίτλερ στη προτομή του Νίτσε θα κοσμήσει το εξώφυλλο ενός βιβλίου του Ρίχαρντ Έλερ (Ο Νίτσε και το μέλλον της Γερμανίας) που υποτίθεται ότι αποδεικνύει την σχέση Νίτσε και Χίτλερ.
Η Ελίζαμπετ δεν σταμάτησε εκεί. Έστειλε μια επιστολή στον Μουσολίνι με την προσφώνηση «Στον ευγενέστερο μαθητή του Ζαρατούστρα που ονειρεύτηκε ποτέ ο Νίτσε, στον εμπνευσμένο αφυπνιστή των αριστοκρατικών ιδεών όπως τις εννοούσε ο Νίτσε, με τις θερμότερες ευχές και τον βαθύτατο σεβασμό και θαυμασμό του Αρχείου Νίτσε». Αξίζει να σημειωθεί ότι προηγουμένως, το 1901, η Ελίζαμπετ είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο Η Θέληση για Δύναμη, που αποτελείται από διάσπαρτες σημειώσεις του Νίτσε και πλήθος κειμένων γραμμένων από την ίδια την Ελίζαμπετ. Το σύνολο του κειμένου ήταν ένα προχειρογραμμένο χυδαίο κολάζ εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα, η αποκατάσταση του οποίου από τις αυθαιρεσίες της Ελίζαμπετ πήρε πάνω από 20 χρόνια στους μελετητές Μοντινάρι και Κόλι, που τιμήθηκαν για την προσφορά τους.
Δεν ήταν μόνο η Ελίζαμπετ όμως που επιχείρησε να διαστρεβλώσει τον Νίτσε. Γύρω από το όνομά του δημιουργήθηκε ένας καλά ενορχηστρωμένος κύκλος παραχάραξης και προπαγάνδας. Το ναζιστικό καθεστώς σύντομα θα σπρώξει στην αγορά μια πληθώρα από φτηνές εκδόσεις που περιείχαν αποσπάσματα και πετσοκομμένα κείμενα του Νίτσε, προορισμένα για μαζική κατανάλωση μπας και πάρει μια πιο θεωρητική υπόσταση ο ναζισμός κι αγκιστρωθούν πάνω του οι μάζες. Κάποια μάλιστα από αυτά πέρασαν αποσπασματικά και στον χώρο της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησαν και πιο επίσημα σκουπίδια, όπως το βιβλίο του Άλφρεντ Μπλόυμλερ (Ο Νίτσε ως φιλόσοφος και ως πολιτικός, 1931) που «αποδείκνυε» την υποτιθέμενη πίστη του Νίτσε στην κυριαρχία της ισχυρής Γερμανίας μέσω του πολέμου. Άλλο αντίστοιχο «θεόπνευστο» έργο ήταν το βιβλίο του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Ο μύθος του 20ου αιώνα, 1932) που «αποδεικνύει» την απρόσκοπτη πίστη του Νίτσε στην στρατιωτική πειθαρχία.
Η επιστημονική αξιοπιστία των παραπάνω μελετητών περιορίζεται στο ότι ήταν υπεύθυνοι προπαγάνδας και θεωρητικοί του Γ’ Ράιχ… Ο Μπόυμλερ γρήγορα κατέλαβε θέση ακαδημαϊκού από τον Χίτλερ με σκοπό να εντάξει την φιλοσοφία του Νίτσε στην ναζιστική κοσμοαντίληψη (ακόμα και με το ζόρι). Μάλιστα, πρόκειται για τόσο έγκριτο ερευνητή που βασική του θέση ήταν ότι το δημοσιευμένο έργο του Νίτσε δεν έχει καμιά σπουδαιότητα, αλλά η ουσία της νιτσεϊκής φιλοσοφίας βρίσκεται μόνο στα χειρόγραφα που διατηρούσε η Ελίζαμπετ. Η επιστημονικότατη θέση του εν λόγω ναζιστή τον οδηγεί στο να συνδέσει τον Νίτσε με τον ναζισμό. Τα κείμενα όμως του Νίτσε δεν φαίνεται να τον βοηθούν ιδιαίτερα. Το ίδιο συνέβη και με τον Ρόζενμπεργκ, ο οποίος δεν παραθέτει κανένα επίσημο απόσπασμα του Νίτσε. Οπότε, τι κάνει ο σωστός γκεμπελιστής προπαγανδιστής που σέβεται τον εαυτό του; Αποδίδει φράσεις τρίτων στον Νίτσε. Έτσι, ατάκες όπως «αυτό θα μπορούσε να το έχει γράψει κι ο Νίτσε» αφήνουν εποχή στην κατά τα άλλα επιστημονική προσέγγιση της φιλοσοφίας. Κι όταν τα κείμενα του Νίτσε δεν μπορούν να διαψευστούν τι κάνει πάλι ο σωστός γκεμπελίσκος; Νάζια… ισχυρίζεται δηλαδή ότι αυτά ο Νίτσε δεν τα εννοεί, απλά τα λέει έτσι, για να ταρακουνήσει τους Γερμανούς (!). Φυσικά, για ευνόητους λόγους οι «σοβαροί» θεωρητικοί του ναζισμού κατάπιαν τη γλώσσα τους για εκείνα τα χωρία που επιτίθενται στους Γερμανούς, που χλευάζουν τους οπαδούς, που απορρίπτουν τον αυταρχισμό και εξυμνούν τους Εβραίους.
Από την άλλη πλευρά, όχι λίγες από τις λεγόμενες προοδευτικές φωνές συσκότισαν εξαρχής την κατάσταση όσον αφορά την ερμηνεία του Νίτσε. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Λούκατς, ο οποίος στο Η καταστροφή του λογικού επεχείρησε να αναδείξει τους λόγους που οδήγησαν την Γερμανία στο ναζισμό αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον Νίτσε, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η γειτνίαση (σ.σ.: της σκέψης του Νίτσε με τον χιτλερισμό) είναι αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερη από όσο νόμιζαν εκείνοι (σ.σ.: ο Ρόζενμπεργκ κι ο Μπόυμλερ). Ο ναζισμός ορθά θεωρεί τον Νίτσε έναν από τους ευγενέστερους προγόνους του». Παρόλα αυτά, ο Λούκατς έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα από όλους ποιά είναι η πραγματική καταστροφή του λογικού, όταν ο λενινισμός απαγόρευε τα έργα του κι ο ίδιος δεχόταν να τα αποκηρύξει απαγορεύοντας επίσης την δημοσίευσή τους, ενώ την ίδια στιγμή έθετε εαυτόν στις υπηρεσίες του Κόμματος. Ο εντεταλμένος πόλεμος του Λούκατς έναντι στον Νίτσε ήταν μεθοδικότατος. Είχε άλλωστε προηγηθεί ήδη ένα άρθρο με τίτλο Ο Νίτσε ως πρόγονος της φασιστικής αισθητικής. Οι συνθήκες της εποχής γενικά και η επιρροή του Λούκατς διαμόρφωσαν ένα αρνητικό κλίμα απέναντι σε έργα του Νίτσε, με αποτέλεσμα ουδείς σοβαρός αριστερός να καταδέχεται να ασχοληθεί με την βιβλιογραφία του Νίτσε.
Τι λέει όμως ο ίδιος ο Νίτσε για το γερμανικό έθνος; «Πανούκλα του Ρήνου»… Εκτός των άλλων, η θέση του για τους Γερμανούς είναι μνημειώδης: «Έχω δώσει στους Γερμανούς τα καλύτερα βιβλία που έχουν, κι αυτό είναι αρκετό να μην καταλαβαίνουν ούτε λέξη από αυτά». Πιο συγκεκριμένα, κάποιες από τις θέσεις του Νίτσε που αφορούν την Γερμανία είναι αρκετά ενδεικτικές των ασύμβατων με τα ιδεώδη του ναζισμού απόψεών του. Ο συγγραφέας του Εμείς οι απάτριδες (κεφάλαιο της Χαρούμενης Επιστήμης) κατακεραυνώνει το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα, θεωρώντας το βασικό διαμορφωτικό παράγοντα την κυριαρχίας και της υπακοής, αποδίδοντας την κατάντια του οποίου κατεξοχήν στο κράτος.
Κι ακόμη περισσότερη σημασία έχει η άποψη του Νίτσε για το κράτος και τον κρατισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος στο Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Για το νέο είδωλο): «Υπάρχουν κάπου ακόμα λαοί και αγέλες, όχι όμως σε εμάς, σε εμάς υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Εντάξει λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω ο,τι έχω να σας πω για τον θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα. Και ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα βγαίνει σερνάμενο από το στόμα του: «Εγώ το κράτος είμαι ο λαός». Ψέμα είναι κι αυτό!». Και προχωρά παρακάτω: «Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων ονομάζεται ζωή». Εξάλλου, για τον Νίτσε, «εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί αρχίζει ο άνθρωπος». Το σε ποιο σημείο ακριβώς ταυτίζονται αυτές οι απόψεις με εκείνες του φασισμού και του ναζισμού είναι απορίας άξιο. Ακόμη, η στρατιωτική κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην πειθαρχία, την υπακοή και την ιεραρχία μάλλον δεν ταιριάζει και πολύ με την σχετική άποψη του Νίτσε, που είναι επίσης ξεκάθαρη: «Θέλεις να πολλαπλασιαστείς επί δέκα, επί εκατό; Ψάξε για οπαδούς, ψάξε για μηδενικά».
Ανάλογη είναι η θέση του Νίτσε για την εξουσία και την εξουσιαστική ηθική, όπως αυτή παρουσιάζεται στο Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Το σκυλολόι): «Και γύρισα την πλάτη στους κυριαρχούντες, όταν είδα τι ονομάζουν σήμερα κυριαρχία: το να εμπορεύεσαι και να παζαρεύεις την δύναμη». Σε άλλο σημείο του Ζαρατούστρα ο Νίτσε χαρακτηρίζει ως μύγες της αγοράς τους πολιτικούς ηγέτες και προτρέπει: «Μην σηκώνεις πια το χέρι σου εναντίον τους! Είναι αμέτρητοι κι ο κλήρος σου δεν είναι να γίνεις μυγοσκοτώστρα. Είναι αμέτρητοι αυτοί οι μικροί και αξιοθρήνητοι». Επίσης, είναι ενδεικτικό το απόσπασμα από το Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα (κεφ. Για το νέο είδωλο): «Δείτε πως σκαρφαλώνουν, αυτοί οι ευκίνητοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι παρασύρονται στη λάσπη και στο βυθό. Όλοι θέλουν να ανέβουν στο θρόνο: αυτό είναι η τρέλα τους - λες και η ευτυχία κάθεται στο θρόνο! Συχνά κάθεται η λάσπη στο θρόνο - και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη». Και καταλήγει (στο ίδιο κεφάλαιο): «Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών! Απομακρυνθείτε λοιπόν από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών! Για τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη».
Γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα ο Νίτσε διαβάστηκε εκτενώς. Μετά την αποκατάσταση των έργων του η βιβλιογραφία του γνώρισε πολλές εκδόσεις, όπως και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία. Πλήθος φιλοσόφων και συγγραφέων (εκ διαμέτρου αντίθετοι με τα ιδεώδη του ναζισμού) επηρεάστηκαν βαθειά από τη  νιτσεϊκή σκέψη. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρονται οι: Λυοτάρ, Ντελέζ, Φουκώ, Ντεριντά, Αντόρνο, Γιούνγκ, Βανεγκέμ, Λεφέρβ, Έσσε, Καμύ κ.α. Οπωσδήποτε ο Νίτσε παρέμεινε αντιφατικός σε πολλά σημεία, δυσερμήνευτος και αινιγματικός. Όμως, αυτό είναι θέμα που απέχει παρασάγγας από το να θεωρείται προπάτορας του ναζισμού.
Η οικειοποίηση κάθε φιλοσόφου έρχεται να προσδώσει κύρος σε πολιτικές θεωρίες που αναζητούν την παράπλευρη θρέψη με σκοπό να τονώσουν το ηθικό των οπαδών τους και για να μπαλώσουν το ιδεολογικό κενό της εκάστοτε θεωρίας. Όμως, η ριζοσπαστική σκέψη οφείλει να στέκεται απέναντι σε τέτοιες λογικές. Πάνω από όλα οφείλει να σχηματίζεται και να μετασχηματίζεται από την ίδια την ιδεολογική μήτρα που ενυπάρχει μέσα της. Να αξιολογεί τα γεγονότα, να αντλεί υλικό από τις πρακτικές της και να ορθώνεται απαλλαγμένη από την αναγκαιότητα της αυθεντίας.
Και για μία τελευταία φορά: ο Νίτσε δεν ήταν ούτε φασίστας, ούτε αναρχικός. Ήταν νιτσεϊκός. Γιατί, όπως κι ο ίδιος λέει, «είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει - αλλά δεν είμαι το δεκανίκι σας».

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

H Έλσα του Χρήστου Μαρκαντώνη: Μια ταινία στο κατώφλι δύο εποχών

Χρήστος Νεδελκόπουλος



     Ήταν από καιρό που ήθελα να μιλήσω γι αυτόν τον σκηνοθέτη. Όχι απλώς γιατί εκτιμώ το έργο του, αλλά κυρίως επειδή έχω βαθύτατη επίγνωση της ιδιοσυγκρασίας του, δηλαδή γιατί οι βίοι μας έμελλε να γίνουνε παράλληλοι. Ήτανε ακριβώς δέκα χρόνια πριν σε κάποιο απ' τα μεσοδιαστήματα του προσωπικού μου οδοιπορικού σε σχολές και τμήματα. Ήταν η γραμμή Πάτρα-Κοζάνη-Γιάννενα. Εμένα μου πήρε δέκα χρόνια τώρα, για τον Χρήστο όμως ήταν κάτι λιγότερο. Ήταν η εποχή που δε μας τραβούσε να σπουδάσουμε κι έτσι δεν τα λέγαμε ποτέ στη σχολή, αλλά στο σπίτι με αλκοόλ και γέρικες δόσεις τέχνης και φυγής από τον κόσμο. Προσπαθήσαμε με μηδαμινά μέσα κι έτσι ήμασταν οι καλλιτέχνες που ζούσαν στο περίπου της τέχνης, στην τέχνη ως μεταφορά, στην τέχνη ως υπόσχεση και ερώτημα, φυγή και ριζικό. Έτσι βρεθήκαμε, εγώ να μελοποιώ αδιάσπαστα τους στίχους μου με τις βασικές συγχορδίες που γνώριζα κι αυτός να σκηνοθετεί σαν να 'χε κάμερα στο χέρι οτιδήποτε περιστρεφότανε τριγύρω του, φτιάχνοντας σενάρια εκεί που δεν υπήρχαν, μέσα σε κενό και μέσα στη μανία. Και βάλε ένα ποτήρι κι άλλο ποτήρι κι εμείς "να παίζουμε τους ρόλους, αυτούς τους ίδιους ρόλους" κι ύστερα περνούσε ο καιρός σιωπηλά μέχρι το άλλο βράδυ γιατί "οι νυχτοβάτες δε μιλούν τη μέρα". Αυτά τα λίγα έχω κρατήσει έτσι συνοπτικά απ' το παρελθόν, αφήνοντας πίσω μας σχολές και τμήματα, για να ξαναβρεθούμε το 2006 και πάλι.
     Τότε λοιπόν είχαν αλλάξει πολλά. Εγώ είχα εκδώσει το παρθενικό μου κείμενο "Σιγόβρασμα ονείρου" κι αυτός λίγους μήνες μετά την "Έλσα". Τότε είναι λοιπόν που ξαναρχίσαν όλα. Όχι πια η τέχνη σαν μεταφορά, ούτε φυγή και ριζικό. Τώρα η τέχνη στην υπηρεσία της ζωής, εναρμονισμένη με το γίγνεσθαι το κοινωνικό, ψηλαφώντας τις αισθήσεις και αγγίζοντας όλα αυτά που οι επαγγελματίες ουμανιστές φοβούνται να αγγίξουν: Εδώ βλέπε όλους τους "επαγγελματίες" ηθικολόγους, τους διαχειριστές της συνείδησης, τους μέντορες του ορθού λόγου. Αυτό ήταν κατά μία έννοια το μανιφέστο μας. Να σπάσει ο φόβος, να διαλυθούν οι μηχανές που παράγουν συναίσθημα, να εξευτελίσουμε τον έρωτα σαν σύμβολο θρησκευτικό, την πολιτική τους σαν σημαία Σταλινοθατσερικών κηρυγμάτων. Κάπως έτσι βρίσκω σήμερα τη δύναμη να μιλήσω κι εγώ με τη σειρά μου για την Έλσα, για την πρώτη ταινία του Χρήστου Μαρκαντώνη που πέντε χρόνια μετά την εμφάνισή της υποδεικνύει την επικαιρότητα της. Και την υποδεικνύει χαρισματικά, τώρα που ετοιμάζονται στρατόπεδα συγκέντρωσης, "τώρα που κινδυνεύει η υγεία των πολιτών", τώρα που η αλλοδαπή πόρνη κατά τις επίσημες αρχές ευθύνεται λέει και για τη μετάδοση του AIDS. Τώρα είναι που έχω πολλά να πω για την ερμηνεία της Έλσας (Michaela Gavriliou) που όντας μετανάστρια ίσως νοιώθει ακόμα καλύτερα κι εννοώ το νοιώθει στο πετσί της, τι σημαίνει η τέχνη στην υπηρεσία της ζωής, η αγωνία της ύπαρξης μπροστά στο μεγαλείο της ολικής διακύβευσης. Κι όσο για την έλλειψη μουσικής; Γιατί έχεις ακούσει κανέναν να τραγουδάει όταν δεν έχει να φάει, όταν δεν έχει ένα σύντροφο να ακουμπήσει, ένα κρεβάτι να ξεκουραστεί; Τι μελωδία να ψελλίσει η Έλσα μπροστά στο βιασμό της ίδιας της, της ύπαρξης. Κι όταν λέμε βιασμός εννοούμε αυτό που εννοεί η κάθε γυναίκα γιατί ο άνδρας χρειάζεται να θυσιαστεί για να το νοιώσει. Η μόνη μουσική που τότε μπορεί να υψώσει τον τόνο της είναι η σιωπή. Κι αν χρειάζεσαι και μια εικόνα σκέψου τη λέξη βιασμός κι αυτήν τη γυναίκα από όποια γωνιά της γης που στέκει επίμονα κάτω απ' το κόκκινο φως και υπομένει... υπομένει. Ακριβώς αυτό εννοώ, αυτό το ίδιο που για τα υπουργεία τώρα τελευταία λέγεται "υγειονομικός κίνδυνος". Κι αν θες κι άλλες πολλές, πολλές εικόνες της Αθήνας του σήμερα, θα στις δώσει η Έλσα. Μόνο πρόσεχε γιατί η Έλσα δεν είναι μακριά, η Έλσα είναι εδώ κι ίσως μια μέρα σηκώσει τη σημαία.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ "ΕΛΣΑ" (Διάρκεια 21', 2007)

Υπόθεση: Η Elsa, μία Ρουμάνα οικονομική μετανάστρια, έρχεται στην καυτή καλοκαιρινή Αθήνα όπου ονειρεύεται να βρει μία δουλειά. Όταν ξεφεύγει λίγο από τις δυσκολίες που συναντά, ονειρεύεται τα μέρη που μεγάλωσε. Αναγκάζεται να εργαστεί για τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που μένει για να τον ξεπληρώσει και πέφτει θύμα ψυχολογικής και σωματικής βίας.

Σκηνοθεσία:
Χρήστος Μαρκαντώνης
Βιογραφικό:Είναι απόφοιτος της Σχολής Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου (2008). Έχει εργαστεί ως script στις ταινίες “Για μια αγκαλιά” της Τατιάνας Κουμούτση, “Bella” της Ελένης Τριανταφυλλοπούλου. Ως βοηθός σκηνοθέτη στην τελετή απονομής βραβείων “Χρυσοί Σκούφοι 06”, σκηνοθεσίας Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη (ΕΤ1, παραγωγή αθηνόραμα) και σε διαφημιστικά του ΄΄Holiday in Greece΄΄ σκηνοθεσίας Δ. Κυρίλλη.
Σενάριο:Χρήστος Μαρκαντώνης
Φωτογραφία:Μαρία Ντάσιου
Μοντάζ:Παναγιώτης Πατσιαούρας
Ήχος:Γιάννης Γιαννακόπουλος
Σκηνικά:Μαρία Παλάντζα
Ερμηνευτές:Michaela Gavriliou, Γιώργος Σουξές, Ντόρα Σιμοπούλου, Ρενάτα Ξενάκη, Θοδωρής Σκυφτούλης, Βασίλης Παπαδημητρίου
Παραγωγή:Χρήστος Μαρκαντώνης
[Ο αναγνώστης μπορεί να δει την Έλσα στο link: http://vimeo.com/39903510]
 Το άνωθεν κείμενο είναι αναδημοσίευση από το blog Κατακλείδα (http://www.katakleida.blogspot.gr/2012/04/h.html)

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Όλα όσα σου λέω είναι ψεύτικα

 Θοδωρής Τζίμας


Είναι δύσκολες οι εποχές μωρό μου. Δεν είναι για εμάς. Υπεραξία παντού. Υπεραξία στα χρήματα, στα ακίνητα, υπεραξία και στο συναίσθημα. Τέτοιοι άνθρωποι γίναμε. Τέτοια κοινωνία θέλαμε. Μια κοινωνία με πλαστικά χαμόγελα, πλαστικές γυναίκες, πλαστικά λουλούδια. Πλαστικά συναισθήματα. Στην πραγματικότητα δεν είμαστε πλέον άνθρωποι. Ήμασταν κάποτε, αλλά χάσαμε τον δρόμο μας. Και τι απογίναμε; Ένα μάτσο σάρκας που κατασπαράζει άλλες σάρκες για να επιβιώσει. Για να μεγαλώσει το εγώ του. Για να κρύψει τις ενοχές του και να συνεχίσει να σέρνεται. Χαρακτηριστικό όμως του ανθρώπου είναι πρώτα από όλα να αισθάνεται, όχι να γαμάει.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Εγκλωβιστήκαμε στην ταπεινή μας φύση. Προσκυνήσαμε σε αγελαία ένστικτα. Και χωρίς να το καταλάβουμε, μια αναλαμπή κτηνώδους απόλαυσης έγινε ο αυτοσκοπός της ύπαρξής μας. Μόνο αυτό μας άξιζε. Γιατί πιστέψαμε ότι σεξουαλική απελευθέρωση είναι να ιδρώνεις συνεχώς δίπλα σε διαφορετικούς ανακυκλώσιμους συντρόφους. Δεν καταλάβαμε ότι το μέσο ζευγάρι έκανε πλέον σεξ με ανοιχτά τα φώτα κι αυτό ήταν η αληθινή σεξουαλική απελευθέρωση. Ονομάσαμε τις γυναίκες πουτάνες και τους άντρες σεξιστές. Δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι ίσως είναι ανάποδα: αρσενικές πουτάνες και γυναίκες που υποτιμούν το φύλο τους.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Παρεκτραπήκαμε και πιστέψαμε πως το να καταναλώνεις ανθρώπους είναι περίπου το ίδιο σαν να καταναλώνεις αντικείμενα. Γι’ αυτό εσύ που με ακούς μωρό μου, συνέχισε να αναζητάς την σάρκα. Δες τον άνθρωπο σαν κρέας μήπως και ξεχάσεις ότι έτσι έχεις γίνει ήδη κι εσύ κρέας.

Χάσαμε τον δρόμο μας. Ξοδευτήκαμε σε ανώφελες επιφανειακές σχέσεις. Δεν ήμασταν εμείς. Ήταν ο καλός μας εαυτός. Ήταν το κρέας. Ήταν αυτό που ήθελε ο άλλος να δει. Κι αυτό που θέλαμε εμείς να πιστέψουμε ότι είμαστε. Η επανάστασή μας είναι ότι ξεπεράσαμε την ηθική των γονιών μας. Ότι τώρα κοιμόμασταν με όποιον γουστάραμε. Αρκετά βολική επανάσταση…

Χάσαμε τον εαυτό μας. Προσπαθήσαμε όμως. Τον αναζητήσαμε μάταια σε δεκάδες ερωτικούς συντρόφους. Κι όσο ψάχναμε, τόσο περισσότερο χανόμασταν. Δεν θυμόμαστε ποιοι ήμασταν. Λέμε ότι μας αλλοτρίωσε η εργασία, αλλά μόνοι μας προσπεράσαμε τον εαυτό μας. Σχεδόν τον απαρνηθήκαμε. Κάθε φορά φορούσαμε κι ένα νέο κοστούμι. Τώρα πια ξεχάσαμε ότι γεννηθήκαμε γυμνοί. Μην με ακούς μωρό μου. Εσύ ψάξε για την επόμενη σάρκα. Έτσι κι αλλιώς, δεν σου έμεινε τίποτα άλλο να χάσεις. Και όχι, δεν χάσαμε κανέναν δρόμο. Γιατί δρόμος δεν υπάρχει. Τον δρόμο τον φτιάχνεις προχωρώντας. Μην σε νοιάζει. Εξάλλου ούτε εγώ με γνωρίζω πλέον. Όλα όσα σου λέω μωρό μου είναι ψεύτικα. Όπως κι οι οργασμοί μας.

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)