Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Αυτή τη μαζική κουλτούρα ποιος θα την «χρεωθεί»;

του Θοδωρή Τζίμα

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε στη μαζική κουλτούρα συμβαίνουν τρία πράγματα. Το πρώτο είναι τα μειωτικά χαρακτηριστικά που σιωπηρά προσάπτονται σε αυτή. Πλάι σ’αυτό έρχεται και το δεύτερο: ο σαφής διαχωρισμός του ομιλητή από την μαζική κουλτούρα, στον οποίο πολλοί δίνουν (κάπως αυθαίρετα πολλές φορές) ελιτίστικα χαρακτηριστικά. Και τελευταία, ένα τρίτο θέμα είναι ότι αναφερόμενοι στον όρο «μαζική κουλτούρα» συνήθως έχουμε κατά νου μόνο τον 20ο αιώνα (επίσημα ως όρος χρησιμοποιείται από το 1880 και μετά αλλά ουσιαστικά μαζική κουλτούρα παρουσιάζεται σε όλο το φάσμα της ιστορίας - ενδεχομένως με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά).

Ο Μπράντλιντζερ σωστά σημειώνει ότι «η μαζική κουλτούρα εμφανίζεται στη σύγχρονη σκηνή ως όρος κατ’εξοχήν πολιτικός και Αποκαλυπτικός, που χρησιμοποιείται για να παραπέμψει σε ένα σύμπτωμα κοινωνικής νοσηρότητας»[1]. Και αυτό είναι μόνο μια αναφορά από ένα σύνολο θεωριών που συσχετίζει τη μαζική κουλτούρα με τη κοινωνική παρακμή. Στην πραγματικότητα, όλο το φάσμα της πολιτικής σκέψης έτρεξε να αποδοκιμάσει τη μαζική κουλτούρα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που εντόπισαν στη μαζική κουλτούρα χαρακτηριστικά εκδημοκρατισμού, όπως πχ. ο Μίλερ).

Για το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς η μαζική κουλτούρα είναι ένας από τους τρόπους που ο καπιταλισμός και οι ενορχηστρωτές του χρησιμοποίησαν για να εκτρέψουν το προλεταριάτο από τον επαναστατικό του ρόλο. Ένα κομμάτι του αναρχισμού την απέρριψε ως φαινόμενο που εντάσσεται σε ένα σύνολο κοινωνικής οργάνωσης η οποία βασίζεται στο θέαμα και το εμπόρευμα. Οι πριμιτιβιστές καταλογίζουν τη μαζική κουλτούρα στην άνοδο του τεχνολογικού πολιτισμού. Κάποιοι προτίμησαν να υιοθετήσουν άλλες, ριζοσπαστικές μορφές τέχνης (πχ. ντανταϊσμός, εξπρεσιονισμός κ.α.) ως εξατομίκευση του δημιουργού, ως απαλλοτρίωση κι εν τέλει ως αντίδοτο στην αστική κουλτούρα. Γενικά, η προοδευτική σκέψη βλέπει στη μαζική κουλτούρα έναν καλοκουρδισμένο μηχανισμό χειραγώγησης και κοινωνικής μάθησης της αντεπανάστασης, ένα μέσο άμβλυνσης των κοινωνικών και πολιτικών αντιφάσεων.

Από την άλλη, οι ελιτιστές αντιμετωπίζουν τη μαζική κουλτούρα ως μια κατώτερη δημιουργία αρμόζουσα στο επίπεδο των αποδεκτών της. Οι συντηρητικοί πιστεύουν ότι πρεσβεύει την απόκλιση από κάθε παραδοσιακή αξία και την ηθική κατάπτωση η οποία βέβαια αποκαλύπτει τη σαθρότητα της εποχής. Πάνω εκεί βασίστηκε κι ο κόσμος της θρησκείας (αν μπορούμε με κάποιον τρόπο να διαχωρίσουμε αυτούς του δύο). Οι υπερ-συντηρητικοί και οι πατριώτες ενοχλούνται από το ξενόφερτο στοιχείο που υπάρχει έντονο στη μαζική κουλτούρα και τονίζουν ότι στη μαζική κουλτούρα ενυπάρχουν όλα τα αρνητικά της απώλειας της εθνικής ταυτότητας. Οι νοσταλγοί της αριστοκρατίας εξέφρασαν τα φοβικά τους σύνδρομα, ότι δηλαδή μέσω της μαζικής κουλτούρας καταργούνται οι ταξικοί φραγμοί και εξομοιώνονται τα ταξικά χαρακτηριστικά. Άλλοι βέβαια περιορίστηκαν στο να αναδείξουν την δήθεν κενότητα της προοδευτικής σκέψης αφού είδαν τα σύμβολα και τα εργαλεία της να ενσωματώνονται σε μεγάλο βαθμό στη μαζική κουλτούρα και να προσλαμβάνουν χαρακτηριστικά lifestyle.

Από όλον αυτό τον συρφετό αναθεματισμού της μαζικής κουλτούρας δεν πρέπει να αφήσουμε έξω την εξουσία (οποιασδήποτε μορφής και απόχρωσης) που κατά καιρούς εμφανίζεται ως τιμητής της «υψηλής» κουλτούρας ή ακόμα κι ως φορέας αυτής. Παρουσιάζεται ως χορηγός, βραβεύει, διαχειρίζεται τα πολιτιστικά δρώμενα, δημιούργησε μέχρι και αρμόδιο υπουργείο (λες και είναι ποτέ δυνατό να θεσμισθεί η καλλιτεχνική δημιουργία…)[2].

Αφού όμως όλο το πολιτικό φάσμα κόπτεται για την υπεράσπιση της «υψηλής» κουλτούρας και την υπέρβαση από την μαζική κουλτούρα, τότε πώς διαιωνίζεται η τελευταία;

Εδώ μπαίνουν δύο παράγοντες.

Ο πρώτος είναι η –επιτέλους– πολιτικοποίηση/ιδεολογικοποίηση του θέματος. Η μαζική κουλτούρα δεν γεννήθηκε αυθαίρετα, τυχαία, ούτε στα πλαίσια της διαδοχής των πολιτισμών. Και πολύ περισσότερο δεν συντηρήθηκε τυχαία. Αναπτυσσόταν πάντα κάτω από μια συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση. Η μαζική κουλτούρα δεν μπορεί παρά να συνδέεται άμεσα με τις μαζικές κοινωνίες και φυσικά δεν πρέπει να λογίζεται ως τυχαίο γεγονός το ότι συμπίπτει χρονικά και ιστορικά με την ανάδυση συγκεντρωτικών συστημάτων (ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ναζισμός, σταλινισμός κτλ.)[3].

Επίσης, μπορούμε να το εξετάσουμε αντίστροφα. Η τέχνη έχει συγκεκριμένα ειδοποιά χαρακτηριστικά. Μπορεί να γίνει φωνή (και γιατί όχι, κραυγή) της κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης ή έστω της αναγκαιότητας αυτής. Δεν απελευθερώνει αυτόματα. Είναι όμως μέσο για απελευθέρωση. Όχι η ίδια η τέχνη, για την ακρίβεια, αλλά η πορεία προς αυτή, η διαδικασία της δημιουργίας και αυτό που αντανακλά το έργο τέχνης. Η συγκάλυψη, η ενσωμάτωση και η μετατροπή της σε κάτι το ανώδυνο αποδεικνύει την ενδεχόμενη δύναμή της. Η Σχολή της Φρανκφούρτης αναφερόταν στη συγκρότηση μιας ολόκληρης βιομηχανίας κουλτούρας που προσδιορίζεται ως ένα οργανωτικό μέσο που θετικοποιεί τον αρνητικό χαρακτήρα της τέχνης κι οδηγεί στην «εξαπάτηση των μαζών»[4].

Επομένως, η δημιουργία, η συντήρηση και η διεύρυνση της μαζικής κουλτούρας έχει συγκεκριμένο ρόλο και κυρίως συγκεκριμένο πατρονάρισμα, ενταγμένη βέβαια σε μια δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα που βασίζεται στη καπιταλιστική οργάνωση, στην υπεραπλούστευση, στο κέρδος και στη δημιουργία ήσυχων και πειθήνιων όντων για τη διατήρηση των κεκτημένων από τη πλευρά της εξουσίας.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι το άτομο και η ατομική ευθύνη που ο καθένας φέρει. Η παραδοχή της μαζοποίησης της κοινωνίας είναι παραδοχή της πραγματικότητας, αλλά δεν είναι πανάκεια. Αν η εξουσία είναι το υποκείμενο που ενεργεί, το άτομο είναι το αντικείμενο που υφίσταται την ενέργεια. Μάλιστα, πολλές φορές (τις περισσότερες) είναι και φορέας της μαζικής κουλτούρας. Οπωσδήποτε εμπίπτει σε μηχανισμούς χειραγώγησης, αλλά ο σκοπός είναι των ξεπέρασμα αυτών, η μεταρσίωση από κάθε λογής «κανονικότητες».

Κατευθυνόμενοι προς αυτή τη μεταρσίωση ας αντιληφθούμε καταρχήν ότι η μαζική κουλτούρα δεν είναι αυθύπαρκτη, δεν εμφανίστηκε από μόνη της, από το τίποτα. Και ακόμα ότι δεν έχει μόνο αποτελέσματα. Έχει δημιουργούς, συμμέτοχους και κυρίως έχει αιτίες και λόγους να υπάρχει…



[1] Brantlinger, Patrik, Άρτος και Θεάματα, μτφ. Ζ.Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 26.

[2] Αλλά ακόμα και μ’αυτό το προσωπείο δεν μπορέι να κρύψει τη δίψα της για θεάματα (κάπως έτσι πάει πλάι-πλάι η Επίδαυρος και η Eurovision) και τις εκλεκτικές συγγένειες με τη πολιτιστική βιομηχανία. Με το αζημίωτο βέβαια.

[3] Γι’αυτό και έχει σημασία ο όρος «μαζική κουλτούρα». Κάποιες πιο μετριοπαθείς τάσεις αρνούνται αυτόν τον όρο και αρκούνται στο χαρακτηρισμό «δημοφιλής κουλτούρα». Ίσως να μην είχε τόση σημασία αν δεν έμπαινε στη μέση το εννοιολογικό μέρος. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «μαζική κουλτούρα» είναι οπωσδήποτε και δημοφιλής. Δεν ισχύει όμως πάντα αντίστροφα.

[4] Αρκεί μόνο να σημειώσουμε δύο-τρία σημεία. Το 1915 λόγω της ευρείας αποδοχής του κινηματογράφου η αμερικανική κυβέρνηση επεδίωξε να τροποποιήσει το σύνταγμα ώστε να εξαιρεθεί ο κινηματογράφος από το άρθρο που κατοχύρωνε ελευθερία της έκφρασης. Γύρω στο 1930 συγκροτήθηκε η PCA, μια επιτροπή ελέγχου ταινιών που απαγορεύει μεταξύ άλλων τη προβολή σχέσεων μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών φυλών, επιθέσεις εναντίον παγιωμένων θεσμών (Κράτος, αστυνομία, στρατός, οικογένεια, Εκκλησία κτλ), ελέγχει το κατά πόσο συμφωνεί με τη χριστιανική ηθική κτλ. Ο κρατικός παρεμβατισμός εξάλλου εμπόδισε τον Όλιβερ Στόουν να γυρίσει το Platoon νωρίτερα, ενώ απείλησε ωμά τον Bob Dylan να μετριάσει τη κριτική του στο πόλεμο αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει μουσικά! Μίλησε κανείς για ύπαρξη οργανωμένης βιομηχανίας κουλτούρας και για σύμπραξη του κράτους;

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)