Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η αντιπαράθεση Χάμπερμας και Γκάνταμερ στη κριτική για τον Μαρκούζε


του Κωστή Τασολάμπρου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί τη φυσική συνέχεια του άρθρου "Τεχνική και Επιστήμη ως Ιδεολογία" (22.10.2011) και αναφέρεται στη αντίστοιχη κριτική που ασκήθηκε στον Μαρκούζε από δύο σημαίνουσες προσωπικότητες της ριζοσπαστικής σκέψης, τον Χάμπερμας και τον Γκάνταμερ. 

Ο Χάμπερμας, συνεχιστής της παράδοσης της σχολής της Φρανκφούρτης, επιχείρησε  την ρήξη με το παρελθόν πραγματοποιώντας την «γλωσσική» στροφή  της Κριτικής Θεωρίας.

Στα εβδομηκοστά γενέθλια του Μαρκούζε, αφιέρωσε το κείμενο «Τεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία», ένα κείμενο όπου διαφαίνονται οι μελλοντικές θεωρητικές εργασίες του Χάμπερμας και ίσως κάποιες μελλοντικές πολιτικές του θέσεις[1].

Ο Γκάνταμερ στις παραδόσεις του στην Στουτγκάρδη πραγματεύεται τον ρόλο της επιστήμης και της τεχνικής στο εσωτερικό της κοινωνίας, ασκώντας σκληρή κριτική σε αυτό που ο Μαρκούζε περιέγραφε ως «Τεχνολογικό ορθολογισμό».

Στο παρακάτω κείμενο παρουσιάζονται στο βαθμό που καθίσταται δυνατό οι βασικές σκέψεις του Μαρκούζε για την τεχνική και την επιστήμη[2], η κριτική του Χάμπερμας και οι θέσεις του Γκάνταμερ στο ίδιο θέμα.



H Κριτική του Χάμπερμας στις θέσεις του Μαρκούζε



Ο Χάμπερμας στο πρώιμο έργο του, «τεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία» υπερασπίζεται την τεχνική και την επιστήμη του δυτικού πολιτισμού και της μορφής που έχει. Αναλαμβάνει «ρητά την υπεράσπιση του δυτικού ορθολογισμού».[1]

Κατά τον Χάμπερμας η ανάγκη για την δημιουργία μιας νέας τεχνικής και επιστήμης είναι παράδοξη, προσπαθώντας να διασώσει την ουδετερότητα του τεχνολογικού ορθολογισμού. Αναφερόμενος στο Γκέλεν και υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της τεχνικής πραγματώνεται σε ένα δευτερογενές πεδίο το οποίο εφάπτεται με το πεδίο της κοινωνικής σφαίρας. Η ασυνέπεια της επιχειρηματολογίας του Μαρκούζε «επικυρώνεται» με την απουσία μιας «εναλλακτικής στάσης» απέναντι στην υπάρχουσα μορφή της τεχνικής και «για την λειτουργία αυτής της επιστήμης, όπως, και για την επιστημονική και τεχνική πρόοδο εν γένει, δεν υπάρχει κανένα υποκατάστατο που να είναι πιο ‘ανθρώπινο’».[2]

Μόνο η ύπαρξη ενός εναλλακτικού σχεδίου επιβεβαιώνει την επιστήμη ως ένα ιστορικά μοναδικό πρόταγμα και ένα «καθολικά ανθρώπινο πρόταγμα», και «όχι ένα που είναι δυνατό να ξεπεραστεί ιστορικά»[3]. Η θέση του Χάμπερμας αναιρείται καθώς ο Μαρκούζε πραγματεύεται την μορφή της τεχνικής στην υστεροκαπιταλιστική κοινωνία. Η τεχνική αποτελεί μέρος της οργάνωσης μιας κοινωνίας αλλά η ουδετερότητα της, την οποία υποστηρίζει ο Χάμπερμας αμφισβητείται, ήδη, από τον Μαρξ («Ο ανεμόμυλος δίνει τη κοινωνία του φεουδάρχη και ο μύλος με τον ατμό δίνει τη κοινωνία του βιομήχανου καπιταλιστή»[4]).

Η μη ύπαρξη «εναλλακτικής στάσης» ενισχύει τις θέσεις του Μαρκούζε για την «ανορθολογικότητα του τεχνολογικού ορθολογισμού» αλλά το ότι ο άνθρωπος είναι ανήμπορος να επιδράσει πάνω στον ίδιο του τον μηχανισμό φανερώνει τον δημιουργό και την απουσία μιας αιώνιας «αλήθειας», ενός καθολικού ανθρώπινου προτάγματος καθώς κάθε κοινωνία δημιουργεί τις δικές της σημασίες, κάθε κοινωνία αποτελεί έναν «κόσμο».

«ο Μαρκούζε διατυπώνοντας το πολιτικό περιεχόμενο του τεχνικού Λόγου, απλώς, συγκαλύπτει την δυσκολία στον …προσδιορισμό του τι σημαίνει η ορθολογική μορφή της επιστήμης και της τεχνικής»[5], μια μομφή του Χάμπερμας η οποία διασαφηνίζει την οπτική των δύο φιλοσόφων. Ο Χάμπερμας διαχωρίζει το πολιτικό από το κοινωνικό, ένας διαχωρισμός ο οποίος δεν υφίσταται στον Μαρκούζε. Η πολιτική διάσταση του τεχνολογικού ορθολογισμού, διάσταση που υπερθεματίζει ο Μαρκούζε, και η επίκληση για πολιτική αλλαγή, δηλαδή ο ποιοτικός μετασχηματισμός της κοινωνίας πραγματώνεται από ένα πολιτικό πρόταγμα, άρουν την επιχειρηματολογία του Χάμπερμας για σύμπλευση του Μαρκούζε με την τεχνοκρατική επιχειρηματολογία.

 Έτσι προκύπτει μια νέα πραγματικότητα που γεννά «μια καινούρια αντίληψη της επιστήμης και του Λόγου»[6], η οποία καλείται να αξιοποιήσει τα τεχνικά δεδομένα σε μια διαφορετική βάση και προς μια άλλη κατεύθυνση αλλάζοντας το «νόημα» και τους σκοπούς της τεχνικής προόδου, ώστε να επιτευχθεί η ποιοτική μεταβολή.

Και πάλι δομικό στοιχείο αυτής της νέας ποιοτικής μεταβολής της τεχνολογικής βάσης είναι ο άνθρωπος, που ως συνιστώσα της κοινωνίας πρέπει να κινηθεί για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση και αυτονομία. Ο άνθρωπος είναι αυτός πάνω στον οποίο θα οργανωθεί η νέα τεχνολογική ανοικοδόμηση θέτοντας τους όρους και τους στόχους της. Αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη κα η τεχνολογία πρέπει να μεταστοιχειώσουν τις αξίες με γνώμονα τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ανθρώπου, αποβλέποντας σε ένα ανάλογο «σύνολο τελικών σκοπών». Επομένως, είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος αυτός που ξεφεύγοντας από την ετερονομία θα προχωρήσει σε έναν αυτοκαθορισμό της ίδιας του της ύπαρξης. Με άλλα λόγια, η τεχνική πρόοδος πρέπει να προσανατολίζεται μέσα σε ανθρωπολογικά πλαίσια.

Η δυνατότητα μετασχηματισμού της τεχνικής καθίσταται δυνατή, υπάρχει «εναλλακτική στάση» αλλά θα προκύψει από το ν ίδιο τον άνθρωπο, από το νέο υποκείμενο. Η απελευθερωτική δυνατότητα της τεχνικής , μια τεχνικής η οποία θα υπερνικά την αντίσταση της φύσης , μια υπερνίκηση της απελευθέρωσης και όχι της καταπίεσης, υποδηλώνουν την εγκυρότητα του επιχειρήματος του Χάμπερμας , για την μη ύπαρξη «πιο ανθρώπινου μοντέλου» της τεχνικής, από την  μορφή της τεχνικής της υστεροκαπιταλιστικής κοινωνίας.




Η κριτική του Γκάνταμερ στον επιστημολογισμό και στον θετικισμό



Η επιστήμη και η τεχνική έχουν εισχωρήσει σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης. Η τεχνική διαμόρφωση γνώμης και κρίσης στο εσωτερικό της κοινωνίας απαγορεύει την επίκληση του Λόγου ύπαρξης. «Το γεγονός ότι αυτό δεν είναι πια επιτρεπτό σημαδεύει την εποχή μας»[7].

Δεν υποστηρίζει την ουδετερότητα της τεχνικής και της επιστήμης, αλλά, αντιλαμβανόμενος τον ρόλο και τους σκοπούς τους, προσπαθεί να διασώσει τον ρόλο της φιλοσοφίας και την δυνατότητα του μετασχηματισμού της κοινωνίας, αποσαφηνίζοντας τους «δρόμους» της διανόησης. Η σύγκρουση επιστήμης και φιλοσοφίας υφίσταται αλλά ο ίδιος προωθεί ένα διάλογο μεταξύ τους, μέσω μιας ιστορικής αναδρομής από την αρχαία ελληνική σκέψη μέχρι τον Γαλιλαίο και τα φιλοσοφικά συστήματα της νεωτερικότητας, με τελικό προορισμό το «αύριο».

Το αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι το «όλον» και ίσως η προσπάθεια σύμπτυξης της ανθρώπινης γνώσης, σύμφωνα με τον ίδιο. Η επιστήμη και η τεχνική προωθούν την ιδέα ότι μόνο μέσω της μαθηματικοποίησης και της μεθόδου επιτυγχάνεται η γνώση. Η συσσωρευμένη εξουσία στα χέρια της επιστήμης, προωθεί απαντήσεις σε ερωτήματα που ο άνθρωπος «δεν χρειάζεται να θέσει»[8].

Η οργάνωση της κοινωνίας στην περίοδο της τεχνικής κυριαρχίας χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία πάνω στη φύση, πάνω στον άνθρωπο από τον άνθρωπο – με την βοήθεια της τεχνικής και της επιστήμης – και μια διαδικασία αυτοματοποίησης που χειραγωγεί τον άνθρωπο και την κοινωνία, διαμορφώνοντας τεχνικές κρίσεις και νοήματα αλλά και σκοπούς και μέσα. «Ο κόσμος λόγω της επιστήμης έχει μετατραπεί σε μια ενιαία επιχείρηση γιγαντιαίων διαστάσεων»[9].

Η κοινωνία καθορίζεται στο μέγιστο βαθμό από την τεχνική, εσωτερικεύοντας την προσδοκία ενός έλλογου σχεδίου αναμόρφωσης του υπάρχοντος, μια δοσμένη ανάγκη και γνώμη καθώς η μοιραία συνέπεια της τεχνικής είναι «η τεχνικοποίηση της διαμόρφωσης  γνώμης»[10].

Η θέση του Γκάνταμερ για απουσία ταυτότητας στον τεχνολογικό κόσμο αποκτά βαρύνουσα σημασία. Αποτελεί μια εύστοχη παρατήρηση για τους σκοπούς της επιστήμης και αποσαφηνίζει τη δημιουργία της «τεχνικής συνείδησης».



 

Επίλογος


«Ο Μαρκούζε εκφράζει αυτό που οι αλλοι αφήνουν αιωρούμενο»[11] σημειώνει ο Χάμπερμας. Ο Μαρκούζε προσπάθησε να περιγράψει ένα δρόμο « για την απελευθέρωση». Μια υπέρβαση της κοινωνίας και του ανθρώπου ως όντος, ένας ποιοτικός μετασχηματισμός που περικλείει το όλον, όπως υπογραμμίζει ο Γκάνταμερ, για το αντικείμενο της φιλοσοφίας. Υπό αυτό το πρίσμα ο Μαρκούζε έμεινε συνεπής όπως και με την προσπάθεια διατήρησης των δυνάμεων της Άρνησης με σκοπό και την διατήρηση του πρακτικού χαρακτήρα της φιλοσοφίας, στην οποία διέβλεπε ως ιστορική της υποχρέωση, την απελευθέρωση.

Ο Χάμπερμας δεν έμεινε τόσο συνεπής με αυτή την προοπτική, ιδιαίτερα στο ύστερο έργο του. Αυτή είναι ίσως και η απόσταση που τους χωρίζει. Η πίστη του Μαρκούζε στις δυνάμεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, στις δυνάμεις που ενυπάρχουν και η επιτακτική ανάγκη για υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, με αισθητικά μέσα, «η κοινωνική φιλοσοφία ως αρνητική αισθητική θεωρία»[12], αντιτίθεται στον Χάμπερμας και την πίστη του στο αστικό κράτος δικαίου.

Είναι επιτακτική η ανάγκη για συμμετοχή στο διανοητικό γίγνεσθαι, σύμφωνα με τον Γκάνταμερ. «Το απαιτεί η ανάγκη του Λόγου για ενότητα… μια ανάγκη επιτακτική»[13], προασπιζόμενος τον Λόγο. Κάτι τέτοιο υποπτευόταν ο Χάμπερμας για τον Μαρκούζε, ότι πρόδωσε την κανονιστηκότητα του Λόγου, επαρμένος από μια ακατανόητα ρομαντική και μεσσιανική ορμή.

Ο Hauke  Brunkhorst  και η Gertrud Koch τονίζουν ότι «Ο Μαρκούζε έβλεπε μέσα στον σοσιαλισμό ως ορθολογιστής την κοινωνική μορφή στην οποία θα πραγματοποιούνταν εν τέλει το έργο του. Όμως αυτό που τον έθελγε σε διανοητικό επίπεδο ξεκινούσε από την προσπάθεια να ενσωματώσει στον διαφωτισμό τη ρομαντική ορμή να καταγγείλει μέσω του αισθητικού στοιχείου την πρόκληση κάθε κανονιστικής τάξης χωρίς να θυσιάσει το στοιχείο της διάνοιας να αποκαλύψει την φαντασία και την διάσταση βάθους του φανταστικού και παρ’όλα αυτά να μην προδώσει το Λόγο όπως ο ίδιος ερμήνευσε»[14].



[1] Χάμπερμας, Γιούργκεν, κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, σελ 15
[2] Χάμπερμας, Γιούργκεν, κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, σελ 129
[3] Χάμπερμας, Γιούργκεν, κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, σελ 127
[4] Κ. Μαρξ, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, σελ. 107
[5] Χάμπερμας, Γιούργκεν, κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, σελ 131
[6] Χ. Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, σελ. 232.
[7] Γκάνταμερ, Χ, Γ, ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, σελ 178
[8] Γκάνταμερ, Χ, Γ, ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, σελ 11
[9] Γκάνταμερ, Χ, Γ, ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, σελ 14
[10] Γκάνταμερ, Χ, Γ, ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, σελ 82
[11] Συλλογικό, κριτική της φιλοσοφίας του Μαρκούζε, σελ10
[12] Γεωργίου, Θεόδωρος, Η φιλοσοφία ως κριτική κοινωνική θεωρία, σελ 59
[13] Γκάνταμερ, Χ, Γ, ο Λόγος στην εποχή της επιστήμης, σελ 27-28
[14] Συλλογικό, Κριτική, Ουτοπία, Απελευθέρωση, σελ 209




Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)