Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Ο Χάμπερμας και η γλωσσική στροφή της κριτικής θεωρίας

του Χρήστου Νεδελκόπουλου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς κειμένων 
αναφορικά με τον Γερμανό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Γιούργκεν Χάμπερμας. 
Πρόκειται για έναν κύκλο τριών κειμένων κάτω από τον τίτλο 
"Διάλογος και συναίνεση στον επικοινωνιακό λόγο του Χάμπερμας". 
Ο Χάμπερμας στην όψιμη διανοητική του περίοδο προς μια  θεωρία της επικοινωνίας, στρέφει τα πραγματολογικά θεμέλια της κοινωνικής θεωρίας προς το πεδίο της γλώσσας. Σε συνάρτηση με τις αντιλήψεις της σύγχρονης γλωσσολογίας και της φιλοσοφίας της γλώσσας (συμπεριλαμβανομένων των Χούμπολντ και Βιτγκενστάιν), βλέπει το διάλογο ως τον κεντρικό άξονα της γλωσσικής διαδικασίας που επιτελείται εντός της κοινότητας, με αποτέλεσμα να θέτει ως προϋπόθεση για τη διαλογική διαδικασία το δημόσιο χώρο. Η θέση του “εμείς” αντί του “εγώ” και της γλωσσικής κοινότητας έναντι του ομιλούντος υποκειμένου, συνδέεται άμεσα με την ανάδυση νοήματος που αντλεί από τα πραγματολογικά θεμέλια της κοινωνικής θεωρίας. Συνεπώς ο Χάμπερμας δε βλέπει τη γλώσσα ως το συμβολικό πεδίο της επικοινωνίας (Bourdieu), αλλά ως το ιδιαίτερο πεδίο της σύνδεσης με τους κανόνες και τις αξίες του κοινωνικού γίγνεσθαι, ως το πεδίο ανάδυσης των εννοιών.

      Ο Χάμπερμας συγκρούεται με τη κληρονομημένη σκέψη, καθώς το ατομικιστικό πρότυπο διασχίζει όλη την πρώιμη πολιτική φιλοσοφία ως τη βεμπεριανή θεωρία της δράσης, καθώς «ο Βέμπερ εισάγει τα εξορθολογίσιμα στοιχεία της δράσης βασιζόμενος στο τελεολογικό υπόδειγμα δράσης και όχι στο υπόδειγμα της κοινωνικής διάδρασης».[1]Ο Χάμπερμας τάσσεται ενάντια στην υποκειμενοκεντρική φιλοσοφία της συνείδησης, ερμηνεύοντας τη γλώσσα ως πράττειν και ως διάλογο, δίνοντας την προτεραιότητα στην διυποκειμενικότητα.  

     Για τον Χάμπερμας, τόσο η γλώσσα, όσο και η κοινωνική θεωρία επιτελούνται σε δύο παραπληρωματικά επίπεδα. Η σχέση μεταξύ γλώσσας (γλωσσικού συστήματος και ομιλιακών ενεργημάτων) και κοινωνικής θεωρίας (κοινωνικής δομής και ατομικής δράσης), επανατοποθετούν τη δράση στη σχέση βιόκοσμου και κανονιστικότητας «με ένα συμβολικό, προκατηγορικό και μη προτασιακό τύπο γνώσης».[2] Στο σημείο αυτό ο Χάμπερμας συγκρούεται με τη φαινομενολογία του Χούσερλ, καθώς μένει αναπάντητο το ερώτημα της κριτικής δυνατότητας που εγείρεται ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και τη διυποκειμενικότητα. Ο Χούσερλ βλέπει ως ολιστική την ισχύ του βιόκοσμου σε αντίθεση με τη θεωρία της επικοινωνιακής δράσης. Για τον Χάμπερμας ο βιόκοσμος είναι ένας «συμβολικά δομημένος νοηματικός ιστός ο οποίος συντίθεται από τις τρεις αλληλένδετες και ισαρχέγονες διαστάσεις της κοινωνίας, του πολιτισμού και της προσωπικότητας».[3] Το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης του φαινομενολογικού βιόκοσμου στα δεδομένα της πραγματολογικής θεωρίας της κοινωνίας είναι ο επαναπροσδιορισμός ερωτημάτων για τη σχέση ατόμου και κοινωνίας. 

     Η σχέση ατόμου και κοινωνίας υπό την επικοινωνιακή οπτική του Χάμπερμας προϋποθέτει το διάλογο ως κοινό χώρο αναφοράς. Ο Χάμπερμας ακολουθεί τις γλωσσολογικές αντιλήψεις του Χούμπολντ σχετικά με τη σύνδεση κοινωνικού χώρου και γλωσσικού πράττειν, ανοίγοντας το δρόμο προς μια πραγματολογική θεμελίωση της επικοινωνίας. Ο Χάμπερμας βρίσκεται απέναντι από τη φιλοσοφία του Λόγου συλλήβδην και προτείνει ένα νέο τύπο ορθολογικότητας που φιλοδοξεί να διαλευκάνει τη σχέση του “εγώ” και του “εμείς”, συνδέοντας τον με την αναστοχαστική έναντι της συμβολικής επικοινωνιακής διαδικασίας.

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)