Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Χάμπερμας: Η ενσωμάτωση του πράττειν στην επικοινωνιακή δράση και η ρήξη με τον υποκειμενοκεντρικό Λόγο

του Χρήστου Νεδελκόπουλου


Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς κειμένων 

αναφορικά με τον Γερμανό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Γιούργκεν Χάμπερμας. 

Πρόκειται για έναν κύκλο τριών κειμένων κάτω από τον τίτλο 

"Διάλογος και συναίνεση στον επικοινωνιακό λόγο του Χάμπερμας". 



Η σύνδεση του χουσερλικού βιόκοσμου με το κοινωνικό γίγνεσθαι δίνει τη δυνατότητα στις «διάφορες δραστηριότητες που συναπαρτίζουν τον κοινωνικό βίο να αποσυνδέονται από την παράδοση και να θεμελιώνονται στην ορθολογική συναίνεση, στον επικοινωνιακό λόγο».[1] Ωστόσο ο Χάμπερμας διαχωρίζει το βιόκοσμο από το κοινωνικό σύστημα, το οποίο επεμβαίνει στο βιόκοσμο με τα μέσα του εργαλειακού λόγου. Αυτή η επέμβαση υπονομεύει τον επικοινωνιακό λόγο καθώς περιορίζει το βιόκοσμο του υποκειμένου. Ο Χάμπερμας θέλει να διασώσει τον επικοινωνιακό λόγο που συνδέεται με τη δημόσια σφαίρα. Θέτει τον επικοινωνιακό έναντι του υποκειμενοκεντρικού λόγου, εντάσσοντας τον στο πράττειν. Η κριτική που ασκεί στον Κορνήλιο Καστοριάδη[2] έχει να κάνει με την επανένταξη του πράττειν στον ιστορικό χρόνο, τον κοινωνικό χώρο και με την επέκταση του σημασιολογικού πεδίου που τα διέπει.
 Για τον Χάμπερμας η ίδια η δημοκρατία επιστεγάζεται στη δημόσια σφαίρα[3], η οποία έχει εκλείψει με τη σύγχρονη καπιταλιστική ανάπτυξη κυρίως με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που έχουν αποπολιτικοποιήσει πλήρως τον πολίτη με την απουσία του από τη δημόσια συζήτηση. Ωστόσο θεωρεί ότι η έννοια της δημόσιας σφαίρας έχει αφήσει τα ίχνη της στο παρελθόν, συνδράμοντας στη διαλογική θεωρία έξω από την κυριαρχία της κρατικής εξουσίας. Αναφερόμενος στη νέα πολιτική κοινότητα που απαιτεί η δημοκρατική κοινωνία, ουσιαστικά προσδιορίζει έναν ιδεότυπο, αυτόν της ιδεώδους ομιλιακής κατάστασης. Για την επαναφορά της δημόσιας σφαίρας στην πολιτική ζωή, επικεντρώνει την κριτική του στον Καστοριάδη προτάσσοντας τον επικοινωνιακό λόγο.
 Για τον Χάμπερμας, ο Καστοριάδης αναφέρεται σ’ ένα δημιουργικό πράττειν που δίνει στη γλώσσα φαντασιακή δύναμη, εντός του σημασιολογικού πεδίου προς την κατεύθυνση του νοήματος. Λείπουν όμως τα ορθολογικά κριτήρια που θα μετατρέψουν τη δημιουργική αυτή γλώσσα σε επαναστατικό πρόταγμα, το οποίο με τη σειρά του θα συνδεθεί με τη δράση των συνειδητά δρώντων υποκειμένων. Η οντολογική διαφορά μεταξύ της γλώσσας και των πραγμάτων, ανοίγει τον ορίζοντα προς την ανάδυση του νοήματος, αλλά έξω από μια “ενδοκοσμική” δράση. Υπό αυτήν την έννοια, αποκλείεται «κάθε διάδραση μεταξύ της γλώσσας που αποκαλύπτει τον κόσμο και των μαθησιακών διαδικασιών μέσα στον κόσμο».[4] Το ερώτημα που εγείρεται κατά τον Χάμπερμας είναι η θεμελιώδης σχέση μεταξύ νοήματος και εγκυρότητας, το οποίο αποσαφηνίζει η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης, όπου «το συγκεκριμένο a priori των γλωσσικών συστημάτων που αποκαλύπτουν τον κόσμο… υφίσταται μια έμμεση αναθεώρηση στο φως της σχέσης με το ενδοκοσμικό στοιχείο».[5] 
 Για τον Χάμπερμας η επικοινωνιακή δράση έχει να κάνει με τις αμοιβαίες αξιώσεις εγκυρότητας που βασίζονται στη διυποκειμενική συγκρότηση νοήματος, καθώς «η διεκδικούμενη εγκυρότητα διαφέρει από την κοινωνική ισχύ μιας πράγματι εμπεδωμένης πρακτικής και παρά ταύτα χρησιμεύει σε αυτή ως βάση πραγματικής συναίνεσης».[6] Η διυποκειμενική συνεννόηση και η αμοιβαία αναγνώριση, καθιστούν τη συναίνεση ανεξάρτητη από εξωτερικούς περιορισμούς ισχύος, καθώς η διαλογική διαμάχη για τις αξιώσεις εγκυρότητας είναι η ίδια «μια αυτοαναφορικότητα η οποία αντεπεξέρχεται χωρίς την αντικειμενοποίηση που απαιτούν οι θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του υποκειμένου».[7]  
 Ο Χάμπερμας θεωρώντας τον εαυτό του κληρονόμο του διαφωτιστικού προτάγματος προσπαθεί να βγάλει την κριτική θεωρία από το αδιέξοδο της αρνητικής διαλεκτικής μέσω της μονοσήμαντης κριτικής του εργαλειακού λόγου που η ίδια άσκησε, εντάσσοντας την κοινωνική θεωρία σε συναινετικές μορφές δράσης. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν τη ριζική στροφή της κριτικής θεωρίας θα παίξει αφ’ ενός η εγκατάλειψη της φιλοσοφίας της συνείδησης και αφ’ ετέρου η ένταξη του ερμηνευτικού και εννοιολογικoύ υποβάθρου στην μακρά κριτική του στην κοινωνική θεωρία (συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της κριτικής θεωρίας). Ο Χάμπερμας ξαναφέρνει στην επιφάνεια την επιστήμη της γλωσσολογικής κοινωνιολογίας που για μισό αιώνα παρέμεινε στη λήθη με την επαναφορά της γλώσσας και του πράττειν στο επικοινωνιακό σύστημα. Εν τέλει, στη φιλοσοφία του Χάμπερμας η γλώσσα «αποκτά έναν μεταθεσμικό χαρακτήρα από τον οποίο εξαρτώνται όλοι οι θεσμοί… Η ίδια η γλώσσα προϋποθέτει μια αντίληψη περί οικουμενικής ηθικής, υπό τη μορφή μιας καθολικής, ορθολογικά επικοινωνιακής, μη καταναγκαστικής και δημοκρατικής κοινωνικής ρύθμισης».[8]   

 ................................................................
[1] Ian Craib, Σύγχρονη κοινωνική θεωρία, μετάφραση Μαριάννας Τζιαντζή και Παντελή Λέκκα, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 1998, σελ. 497.
[2] Βλ. Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, σελ. 363 κ.ε.
[3]Βλ. Jϋrgen Habermas, Αλλαγή δομής της δημοσιότητας, μετάφραση Αναγνώστου Λευτέρη, εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 1999.
[4] Jϋrgen Habermas, Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, σελ. 393.
[5] Ο.π., σελ. 395.
[6] Ο.π., σελ. 397.
[7] Jϋrgen Habermas, Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, σελ. 398.
[8] Νίκου Ναγόπουλου, «Η επικοινωνιακή θεωρία και τα όρια του εργαλειακού λόγου», Διαβάζω, Αθήνα, 2000, τεύχος 405, σελ. 120. 

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)

Η τέχνη δεν αναπαριστά αυτό που βλέπουμε. Μάλλον μας κάνει να το δούμε. (P. Klee)